Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Lifestyle. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Lifestyle. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 11 Αυγούστου 2026

DESPERATE HOUSIWIVES: COUNTRYSIDE EDITION 2

   Το πάθος τους πετούσε σπινθήρες κι άναβε φωτιές ακόμα κι έξω απ’ τα κλειστά παραθυρόφυλλα. Εκείνη, τριανταπεντάρα χήρα. Έχασε τον άντρα της προ διετίας σε ατύχημα στο βουνό. Εκείνος, παντρεμένος με δυο παιδιά. Εδώ κι έξι μήνες της ορκιζόταν ότι θα χωρίσει και θα ζήσουν μαζί στην κοντινή κωμόπολη. Ένα χρόνο τώρα βρισκόταν κρυφά σχεδόν κάθε βράδυ. Πολύ συχνά της έφερνε δώρα και καμιά φορά ξέκλεβε από κανένα σαββατοκύριακο για μια απόδραση ελευθερίας στη μεγαλούπολη καθώς η κατάσταση στο χωριό δυσκόλευε καθημερινά. Αυτός, ο άντρας, περίμενε να πάει δύο ή και τρεις καμιά φορά το βράδυ ώστε να ξεγλιστρήσει μέσα από τις σκιές και να περάσει απ’ το στενοσόκακο αθόρυβα για να φτάσει στην πίσω πόρτα της χήρας που τον περίμενε με σβηστό το φως. Να κρατήσει κανείς κάτι τέτοιο κρυφό στο χωριό ήταν ακατόρθωτο. Κι όμως αυτοί οι δυο τα είχαν καταφέρει. Ούτε τα ρόϊτερ – οι γριές που είναι κρεμασμένες στα παράθυρα- δεν είχαν πάρει χαμπάρι το παραμικρό.

  Εκείνο το βράδυ, η ας την πούμε Λένα, μάταια περίμενε καθισμένη στο τραπέζι της κουζίνας περιμένοντας να διακρίνει την σκιά του πίσω απ’ το τζαμάκι της πόρτας. Έβαλε μια βότκα πορτοκάλι, άναψε κι ένα τσιγάρο και περίμενε. Πήγε τρεις, τέσσερις, το τασάκι γέμισε αποτσίγαρα και το μπουκάλι της βότκας έφτασε στη μέση κι ο ας τον πούμε Τάκης, άφαντος. Την έζωσαν τα φίδια. Τι έγινε; Γιατί δεν ήρθε; Αν είχε συμβεί κάτι στη γυναίκα ή στα παιδιά του θα το είχε μάθει. Όχι, κάτι άλλο συμβαίνει. Όμως, τι; Μήπως τά ‘μπλεξε με καμιά άλλη; Α, μπα, κι αυτό θα το είχε μάθει. Όλα τα νέα του χωριού, τα μυστικά και τ’ απόκρυφα απ’ αυτήν περνούσαν πρώτα. Και, όσα δεν της έλεγαν οι πελάτισσές της, τα μάθαινε στήνοντας αυτί στις συζητήσεις τους. Αυτό δεν ήταν κομμωτήριο, πλυντήριο ψυχών ήτανε. Πού στο καλό εξαφανίστηκε όμως; Ρούφηξε με μανία την τελευταία τζούρα του τσιγάρου της και ξεφύσηξε φωτιές σαν δράκαινα.

  Το πρωί, άγρυπνη, με μαύρους κύκλους και μικρές ρυτίδες στις άκρες των ματιών της άνοιξε το μαγαζί απ’ τις οχτώ. Μόλις κοιτάχτηκε στον καθρέφτη συνειδητοποίησε τα χάλια της και στρώθηκε στο μακιγιάζ. Ξεκίνησε θέλοντας να κρύψει το ξενύχτι της αλλά εξελίχθηκε σε υπερπαραγωγή τηλεταινίας του ογδόντα. Μόλις είδε το αποτέλεσμα μερακλώθηκε και άλλαξε τα ρούχα της από την μικρή γκαρνταρόμπα που είχε στο μαγαζί για ώρα ανάγκης. Φόρεσε ένα μαύρο μεταλιζέ κολάν και μια μαύρη στενή μπλούζα με ανοιχτό μπούστο που τόνιζε τα κάλλη της.

  Άνοιξε την πόρτα του μαγαζιού, κάθισε στο ταμείο και άρχισε να λιμάρει τα νύχια της περιμένοντας το πρώτο ραντεβού της. Πράγματι, εννιά ακριβώς κατέφτασε η πρώτη πελάτισσα, μια δημοτική υπάλληλος που περνούσε για φρεσκάρισμα μέρα παρά μέρα. Μπήκε μέσα φουριόζα κι έκατσε στην καρέκλα. Μόνο μέσα από τον καθρέφτη πρόσεξε την Λένα.

-Καλέ πώς είσαι έτσι πρωί πρωί; Της ξέφυγε και το διόρθωσε αμέσως.

-Είσαι μια κούκλα. Ίδια η Ολίβια Νιούτον Τζον στο Γκριζ είσαι! Αχ, αναστέναξε βάζοντας το χέρι στο στήθος της, έναν Τραβόλτα σου εύχομαι και σύντομα!

-Απ’ το στόμα σου και στου Θεού τ’ αυτί κι ας μην είναι τέτοιος κούκλος.

-Για ποιον λέτε καλέ εσείς; Πετάχτηκε το πρώτο «ρόϊτερ» που σκούπιζε δήθεν έξω απ’ την πόρτα. Μόλις μυρίστηκε «ψωμί» παράτησε την σκούπα και μπήκε μέσα να μάθει το θέμα της συζήτησης.

-Για κανέναν κυρά Σούλα, της απάντησε η πελάτισσα, έλεγα στη Λένα πως τέτοια κούκλα που είναι της αξίζει να βρει έναν όμορφο άντρα. Κρίμα είναι να χαραμίζει τα νιάτα της στα μαύρα.

-Α, αυτό λέγατε… Κι εγώ νόμιζα πως μάθατε τα χθεσινά… κούνησε το κεφάλι της με νοερά αποσιωπητικά θέλοντας να προσδώσει μια νότα μυστηρίου σ’ αυτό που είχε να ανακοινώσει.

-Ποια χθεσινά κυρά Σούλα; Τι έγινε;

-Καλά δεν ακούσατε τίποτα; Ξεσηκώθηκε όλη η γειτονιά στην πάνω ρεματιά.

-Πού να ακούσω εγώ, είπε η Λένα, κλεισμένη στους τέσσερις τοίχους…

-Αμ εγώ που μένω στην κάτω μεριά; Πώς να τα μάθω; Τι θα γίνει όμως; Θα μας πεις τα νέα ή θα μας βγάλεις την ψυχή;

-Να, κι εγώ δεν τα ξέρω από πρώτο χέρι, άγρια χαράματα, στις πέντε το πρωί με πήρε τηλέφωνο η Γωγούλα του Στάθη που μένει δίπλα και μου τα είπε…

-Λοιπόν;

-Ε, δίπλα στην Γωγούλα δεν μένει εκείνη η ξένη, η παστρικιά, η ζωντοχήρα που την σπίτωσε ο Μίμης και τον έστειλε αδιάβαστο;

Οι άλλες δύο ένευσαν καταφατικά με αγωνία μην τολμώντας να διακόψουν τον ειρμό της.

Η κυρά Σούλα κοίταξε τις δυο γυναίκες στα μάτια κι αφού βεβαιώθηκε πως είχε την αμέριστη προσοχή τους, συνέχισε.

-Ήταν κατά τις δύο τα μεσάνυχτα όταν είδε έναν άντρα στα μαύρα σαν σκιά να μπαίνει στο σπίτι της. Στην αρχή νόμιζε ότι ήταν κλέφτης και γι΄ αυτό περίμενε να δει τι θα γίνει. Μετά από λίγο, είδε άλλους τρεις να κρύβονται απέναντι στο δρομάκι μέσα στα χαλάσματα του μπαρμπα Μανώλη. Η καημένη η Γωγούλα κατατρόμαξε, κόντεψε να την πιάσει η καρδιά της. Πήρε τηλέφωνο την κόρη της την Μαίρη κι εκείνη κάλεσε την αστυνομία.

-Σώπα!

-Τι λες κυρά Σούλα; Έγιναν τέτοια πράγματα; Είπε η Λένα που άρχισε να αισθάνεται τους ψύλλους στα αυτιά της.

-Και πού ν’ ακούσετε και παρακάτω…

-Για πες… είπε η πελάτισσα που τελείωσε το φρεσκάρισμα στα μαλλιά της αλλά δεν την ένοιαζε πλέον αν θ’ αργούσε στη δουλειά της.

-Η αστυνομία δεν ήρθε με το περιπολικό στο σπίτι της λεγάμενης. Το άφησαν στην πλατεία και ήρθαν με τα πόδια. Δύο απ’ την πίσω μεριά του μπαρμπα Μανώλη που έπιασαν εκείνους τους τρεις που είχαν κρυφτεί εκεί, ένας ακόμα που χτύπησε την μπροστινή πόρτα της ζωντοχήρας κι ένας που περίμενε από πίσω. Μόλις άνοιξε η προκομμένη, ο άλλος πήγε να φύγει από πίσω και τον μπαγλάρωσαν κι αυτόν.

-Έλα, έγιναν όλα αυτά στο χωριό μας;

-Και τι έγινε τελικά; Ήταν κλέφτες; Την Λένα άλλο την έκαιγε…

-Αμ δε που ήταν κλέφτες… Μακάρι να ήταν γιατί έτσι θα τελείωναν όλα… Ακούστε, τον Παναγή, τον Πάνο καλέ, της Γίτσας τον ξέρετε..

-Ναι, τι μ’ αυτόν; Ρώτησε η πελάτισσα ενώ η Λένα κρατούσε την ανάσα της μην της ξεφύγει καμιά χριστοπαναγία.

-Αυτός, εδώ κι έναν χρόνο περίπου δυο τρεις φορές τη βδομάδα αφού κοίμιζε τη γυναίκα και τα παιδιά του ξεπόρτιζε. Έχει καιρό που κάτι είχε καταλάβει η Γίτσα κι έβαλε τ’ αδέρφια της να τον παρακολουθήσουν. Ε, τον παρακολούθησαν. Αυτούς έπιασαν στα χαλάσματα του μπαρμπα Μανώλη που περίμεναν τον λεγάμενο να βγει από της ζωντοχήρας. Ήταν μέσα και την κουτούπωνε ο ακατανόμαστος, το ‘κανε και Πάνος π’ ανάθεμά τον!

-Θεέ και κύριε!

-Αν είναι δυνατόν!

-Είναι.. είναι…τόσα χρόνια σας τα λέω. Έχουν δει εμένα τα μάτια μου… Και δεν σας τα είπα όλα. Οι Λιβάνηδες, τ’ αδέρφια της Γίτσας, τον παρακολουθούσαν καιρό χωρίς να το πουν στην αδερφή τους. Ο λεγάμενος, κάθε δεύτερο σαββατoκύριακο, έπαιρνε την διαολεμένη και την πήγαινε μια στη θάλασσα, μια εκδρομή στο βουνό, μια στο καζίνο κι άλλα τέτοια. Του τα μασούσε κανονικά η μάγισσα. Τέλος πάντων έγινε φασαρία μεγάλη.

-Δεν μπορώ να ακούσω άλλο, ανακατεύτηκα. Τι σαπίλα είναι αυτή, είπε η Λένα ανήμπορη να ακούσει περισσότερες λεπτομέρειες. Άντε, ας το διαλύσουμε να το κλείσω κι εγώ να πάω να ξαπλώσω.

-Αχ κι εσύ καψερό κάθεσαι και βασανίζεσαι με την χτένα κι είσαι μόνο δουλειά σπίτι.

-Πες της τα κυρά Σούλα μου.

  Η Λένα έκλεισε την πόρτα του σπιτιού της και κοιτάχτηκε στον καθρέφτη της εισόδου. Όλη εκείνη η ομορφιά που έβλεπε μια ώρα πριν είχε εξαφανιστεί και την θέση της είχε πάρει ένας κλόουν που την κορόιδευε βγάζοντας την γλώσσα.

-Θα σου δείξω εγώ κύριε Πάνο κι όλους εσάς τους Πάνους που νομίζετε ότι είμαστε χαρτομάντιλα να σκουπίζεστε και να μας πετάτε στα σκουπίδια. Θα σας πω εγώ…

Ξάπλωσε καταστρώνοντας με προσοχή το σχέδιό της. Το ίδιο απόγευμα κιόλας στρώθηκε στην εξάσκηση στην τραπεζαρία με ένα πάκο χαρτιά κι ένα απλό στυλό.

  Δύο εβδομάδες αργότερα, με γάντια της δουλειάς ξεκίνησε την χαρτοκοπτική και την καλλιγραφία με το αριστερό χέρι. Χωρίς δακτυλικά αποτυπώματα, χωρίς ίχνος dna και με αγνώριστο γραφικό χαρακτήρα. Φορώντας την μάσκα της δουλειάς περνούσε μερόνυχτα ολοκληρώνοντας το έργο της ώσπου πέρασε ο Αύγουστος κι ο Σεπτέμβρης κι έφτασε ο Οκτώβρης. Ο κόσμος άρχισε να μαζεύεται στα σπίτια του από νωρίς. Ήταν κατά τις είκοσι του μήνα όταν άρχισαν να χτυπούν τα τύμπανα του πολέμου. Κάθε βράδυ, για δεκαπέντε μέρες, κάποιος άγνωστος πετούσε φυλλάδια κάτω απ’ τις πόρτες δέκα με δώδεκα σπιτιών. Δεν ήταν φυλλάδια ότι να’ναι… Ήταν μαρτυρικά: ο άντρας σου ο τάδε σε απατάει με την τάδε από τότε… ενώ ακολουθούσαν και άλλες βασανιστικές λεπτομέρειες.

  Κάθε μέρα για δυο βδομάδες γινόντουσαν ομηρικοί καυγάδες σε δέκα ή δώδεκα συγκεκριμένα σπίτια. Τα βράδια στα καφενεία οι άντρες είχαν αγριέψει. «Ποιος είναι αυτός ο πούστης που το κάνει αυτό στο χωριό μας;» Ουσιαστικά όλοι φοβόντουσαν για τον εαυτό τους μήπως ήταν ο επόμενος. «Δεν θα τον πιάσουμε; Να τον βρούμε και να τον πνίξουμε στο χαντάκι». Οι εικασίες για την ταυτότητα του μαρτυριάρη έδιναν κι έπαιρναν. Πολλοί ήταν οι πιθανοί δράστες αλλά και κανείς. Για να απευθυνθούν στην αστυνομία, ούτε λόγος. Να βάλουν τα χέρια τους και να βγάλουν τα μάτια τους οι ίδιοι;

  Δυο βδομάδες αργότερα και μετά από εκατόν είκοσι σπίτια που είχαν προσβληθεί από τον «άγνωστο ιό της προδοσίας» το κακό σταμάτησε. Για δυο μέρες άντρες και γυναίκες ανάσαναν ανακουφισμένοι θεωρώντας πως το κακό πέρασε.

  Την Κυριακή, κατά τις εννιά η ώρα, η εκκλησία ήταν κατάμεστη. Τότε ήταν που τα παιδιά που έπαιζαν έξω στο προαύλιο άρχισαν να μπαίνουν μέσα στον ναό φωνάζοντας. Όλοι γύρισαν απορημένοι τα κεφάλια τους. Τα παιδιά κρατούσαν στα χέρια τους φυλλάδια και τα διάβαζαν δυνατά.

-Βουλώστε το σκασμένα, ποιος σας τά ‘δωσε αυτά;

-Ένα αυτοκίνητο τα πέταξε στην αυλή, έχει κι άλλα, πολλά.

Μεμιάς το ποίμνιο ξεχύθηκε στην αυλή αφήνοντας σύξυλο τον παπά ο οποίος αναγκάστηκε να διακόψει την λειτουργία και να βγει τρέχοντας έξω ακολουθώντας τους ψαλτάδες του.

Χιλιάδες φυλλάδια ήταν σκορπισμένα στην αυλή της εκκλησίας και στην πλατεία δίπλα. Ήταν τυπωμένα σε εφτά διαφορετικά χρώματα και όλα είχαν την ίδια εντολή ως επικεφαλίδα: «Μπες στην εκκλησία και διάβασέ το δυνατά, τα παρακάτω ονόματα είναι οι κερατάδες του χωριού μας» και ακολουθούσαν ονοματεπώνυμα διαφορετικά σε κάθε χρώμα. Με αυτόν τον τρόπο είχε συμπεριλάβει όλους τους μοιχούς και τις μοιχαλίδες του χωριού.

Ο παπάς κοκκίνισε, η πίεση του ανέβηκε στο είκοσι.

-Γρήγορα όλοι μέσα, φώναξε. Αλλά ποιος να τον ακούσει. Έτρεξε στο μικρόφωνο, άνοιξε τα μεγάφωνα και με επιτακτικό τόνο τους κάλεσε όλους μέσα για να τελειώσουν μ’ αυτό το θέμα μια και καλή. Όταν γέμισε πάλι ο ναός, ο παπάς από τον άμβωνα τους μίλησε ήρεμα.

«Αυτό που έγινε σήμερα σβήστε το απ’ τη μνήμη σας. Βγάλτε το απ’ το μυαλό σας. Σαν να μην έγινε ποτέ. Μόνο έτσι θα απαλλαγούμε απ’ αυτόν τον αχρείο που μας προσβάλει τόσο άνανδρα. Αυτά τα φυλλάδια εξαφανίστε τα, κάψτε τα και μετά διαγράψτε όλη αυτή την ιστορία, μην την συζητήσετε με κανέναν, ούτε στο σπίτι, ούτε στο καφενείο, πουθενά, ούτε με συγγενείς σας από μακριά, δεν θα πείτε τίποτα, ποτέ σε κανέναν».

Έτσι κι έγινε. Κανείς παραέξω απ’ το χωριό δεν έμαθε τίποτα. Κάτι όμως είχε αλλάξει. Οι πρώτες που το παρατήρησαν ήταν οι γυναίκες του χωριού. Οι κερατούκληδες είχαν συμμαζευτεί και το χωριό έπαψε να είναι ένα μεγάλο κρεβάτι.

 Βέβαια, υπήρχε και η μερίδα των διψασμένων και των απότιστων οι οποίοι αναγκάστηκαν να ξενιτευτούν. Να αναζητήσουν δροσιά δηλαδή στα κοντινά χωριά.

 Όσο για τον δράστη; Ακόμα αναρωτιούνται και ακόμα τον ψάχνουν… στα κρυφά!


Τρίτη 14 Ιουλίου 2026

DESPERATE HOUSIWIVES: COUNTRYSIDE EDITION 1

 -Τι κάνεις εκεί, μαρή;

-Λύνω σταυρόλεξο.

-Από πότε;

-Είπε το chat gpt ότι ακονίζει τον εγκέφαλο.

-Τον ποιον; Έχεις μήπως;

-Άει μαρή…

-Άντε, βάλε έναν καφέ γιατί έχω πολλή δουλειά μετά…

-Καλά αλλά πρώτα για δες εδώ, πρωτεύουσα του νομού Πέλλας λέει και δεν μου ταιριάζει.

-Τι δεν σου ταιριάζει;

-Ε, να, βάζω Γιαννιτσά και δεν ταιριάζει.

-Πώς να ταιριάξει μαρή; Η Έδεσσα είναι πρωτεύουσα του νομού Πέλλας.

-Μαρ’ τι μας λες; Δεν ξέρω εγώ; Το νοσοκομείο στα Γιαννιτσά είναι μεγαλύτερο από της Έδεσσας. Δεν θυμάσαι όταν πήγαμε να δούμε την κουνιάδα της Τασούλας;

-Κι επειδή έχει μεγαλύτερο νοσοκομείο πάει να πει ότι είναι και πρωτεύουσα;

-Ε, ναι, τι; Δεν είναι;

-Άει χάσου και τράβα κάνε τον καφέ.

Η Κούλα σηκώθηκε κατσουφιασμένη για τον καφέ.

-Τι δουλειές έχεις μετά και βιάζεσαι τόσο;

-Τώρα μόλις έφυγε ένα ζευγάρι και περιμένω μια οικογένεια τεσσάρων για το μεσημέρι και πρέπει να ετοιμάσω τα δωμάτια.

-Αχ, βρε Ντόνα, πολύ κουράζεσαι μ’ αυτά τα ξενικά.

-Ποια ξενικά, μαρή;

-Ξενώνα δεν έχεις; Τα ξενικά δεν είναι οι δουλειές του ξενώνα;

-Ναι, καλά… Δίκιο είχε η μάνα σου που πλήρωσε τον δάσκαλο για να πάρεις απολυτήριο δημοτικού.

-Όχι, σαν κι εσένα… Ας μην ήταν γκομενιάρης ο μαθηματικός και θα ‘βλεπες απολυτήριο γυμνασίου.

-Καλά δώσε τον καφέ τώρα κι άσ’ τα αυτά. Περσινά ξινά σταφύλια.

-Όχι ξινά, ξύδια φιλενάδα.

-Μαρή Κούλα, ξέρεις τι σκεφτόμουνα;

-Σκεφτόσουνα; Πότε πρόλαβες; Στο χρωστούσα…

-Σκάσε κι άκου. Τι θά ‘λεγες να πηγαίναμε Θεσσαλονίκη για ψώνια;

-Τι ψώνια;

-Να, ρούχα, παπούτσια, τέτοια. Να χαζέψουμε τις βιτρίνες, να πάμε για καφέ, για φαγητό, να φύγουμε το πρωί και να γυρίσουμε το βράδυ.

-Άει μαρή, χαζάθηκες ντιπ; Πού θ’ αφήσεις εσύ τα δωμάτια κι εγώ τα σκασμένα;

-Θα το κανονίσουμε μια μέρα που να είμαι ελεύθερη εγώ κι εσύ άσε τα παιδιά στην κυρά Βάγια.

-Αν της το πω εγώ δεν θα τα κρατήσει. Αν της το ζητήσεις εσύ όμως, για γιατρό να πεις, θα τα κρατήσει.

-Ωραία, το κανονίσαμε.

-Για πότε λες;

-Ε, από βδομάδα. Θα δω ποια μέρα βολεύει και θα σου πω.

-Καλά, τι να βάλω για να πάμε;

-Πού να ξέρω; Βάλε ότι θες, κάτι άνετο.

-Το νυχτικό μου;

-Ε, άντε από ‘κει, είσαι όμως ώρες ώρες…

-Εσύ είσαι…

-Τι είμαι;

-Αυτό που λες…

-Ό,τι πεις, γι’ αυτό σ’ έχω φιλενάδα.

-Και δεν μου λες Ντόνα, τι θα πάρουμε; Τι έχεις βάλει στο μάτι;

-Θα σου πω αλλά κουβέντα πουθενά, μην το μάθουν κι οι άλλες και γεμίσει όλο το χωριό…

-Φερμουάρ ζάμα, έκανε η Κούλα ράβοντας με μια χειρονομία το στόμα της.

-Λοιπόν, εγώ θέλω να πάρω μία τσιντσιλά.

-Τι είναι αυτό;

-Γούνα είναι μαρή, γούνα αληθινή. Τώρα με τα οικολογικά και τα βιολογικά οι τιμές έχουν πέσει στα τάρταρα.

-Α, πα πα πα! Γούνα αληθινή λέει… Και δεν φοβάσαι μη σου ρίξουν κανέναν κουβά με μπογιά επάνω στη γούνα;

-Άντε καλέ, πού να γίνει αυτό; Στον γάμο του Σαμάκουλα;

-Α, για ‘κει την θες τη γούνα…

-Αμ για πού; Για την Κυριακή στην εκκλησία;

-Πότε θα το χωνέψεις μαρή; Την Ροδιά παντρεύτηκε κι έχουν περάσει τόσα χρόνια. Ακόμα σε καίει;

-Ε, δεν με καίει κιόλας αλλά έχω κι εγώ τον εγωισμό μου. Να δει τι έχασε… Την είδες την Ροδιά τελευταία; Είδες πώς πάχυνε; Σαν σκρόφα έγινε…

-Ναι αλλά μήπως η γούνα θα σε παχαίνει κι εσένα;

-Τι λες μαρή; Κοίτα εδώ κορμάρα… Πόσο να με παχαίνει;

-Δεν ξέρω θα δούμε όταν θα την δοκιμάσεις. Να ξέρεις, αν σε παχαίνει θα στο πω…

-Γι’ αυτό σε θέλω μαζί μου.

-Και να ξέρεις, εγώ πολλά λεφτά δεν έχω, άντε να πάρω κανένα φορεματάκι το πολύ.

-Ποιος μίλησε για λεφτά μαρή;

-Γιατί στη Θεσσαλονίκη τσάμπα τα δίνουν;

-Όϊ μαρή, δεν θα ψωνίσουμε με λεφτά, με την κάρτα θα τα πάρουμε…

-Άει μαρή, εκείνος ο μαθηματικός φταίει που σου έδωσε το απολυτήριο!

-Γιατί; Πού τον θυμήθηκες πάλι;

-Άντε τράβα να ετοιμάσεις τα δωμάτια και πάρε κι αυτό, είπε δίνοντάς της το σταυρόλεξο.

-Τι να το κάνω;

-Ν’ ακονίσεις το μυαλό σου, εσένα σου χρειάζεται περισσότερο.


Δευτέρα 20 Οκτωβρίου 2025

ΤΡΟΜΑΚΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΧΧ

   Ο τσαγκάρης, το γεροντοπαλίκαρο του χωριού πήγε για τα πρωινά τσίπουρα στο σπίτι του γείτονα και φίλου του, του Γιάννη του υδραυλικού. Η σκιά της κληματαριάς χάριζε τη δροσιά της στους φίλους που τα έπιναν, χαζολογούσαν και κουτσομπόλευαν. Αν κάποιος νομίζει ότι οι άντρες δεν κουτσομπολεύουν κάνει λάθος οικτρό! Το κάνουν και μάλιστα καλύτερα από πολλές γυναίκες!

-Έλα ρε μπρατ, να σφίξουμε άλλο ένα!

-Να ζντράβια, στην υγειά μας!

-Ωραία το στόλισαν όμως το σπίτι! Θα είναι ωραίος γάμος! Α, να κι η Ελενίτσα! 

Η κοπέλα κατέβαινε γρήγορα τις σκάλες στο απέναντι σπίτι.

-Ελενίτσα, πρόσεχε, μην κατεβαίνεις έτσι τις σκάλες. Θα πέσεις και θα στραμπουλίξεις το πόδι σου. Της φώναξε ο τσαγκάρης. Αυτή τον χαιρέτισε ευγενικά και πήγε στη δουλειά της. Μετά από λίγο γύρισε κι άρχισε να ανεβαίνει πάλι τρέχοντας τις σκάλες. Το στραβοπάτημά της λόγω της πλαστικής σαγιονάρας την έριξε στη βάση της σκάλας ευτυχώς με ένα μόνο διάστρεμμα.

-Φτου! Την μάτιαξα ο βλαμένος!

-Δεν ξέρω τι έγινε αλλά σίγουρα έβαλες το χεράκι σου! Απάντησε ο φίλος του.

   Αυτό έγινε την Τετάρτη κι ο γάμος ήταν για το Σάββατο. Ο αστράγαλος της Ελενίτσας πρήστηκε σαν τούμπανο κι όλη τη νύχτα έψαχναν να βρουν γιατροσόφια για την νύφη. 

Πώς θα χόρευε με το πόδι γκάιντα;  Έβαλαν σπασμένα κρεμμύδια με λάδι, τίποτα. Έβαλαν ό,τι βοτάνια βρήκαν, σχεδόν  τίποτα. Η μόνη τους ελπίδα ήταν ότι σε τρεις μέρες θα υποχωρούσε κάπως το πρήξιμο και θα μπορούσε τουλάχιστον για την στέψη να φορέσει τα γοβάκια της.

  Την Πέμπτη έγινε το προγλέντι στο σπίτι της νύφης κατά το έθιμο. Καλεσμένοι ήταν το μισό χωριό. Το σπίτι  λαμποκοπούσε σαν τούρτα με εκατό κεράκια και βεγγαλικά μαζί! Λουλούδια, κορδέλες στόλιζαν τις βεράντες και η ζωντανή ορχήστρα χρωμάτιζε έντονα την χαρούμενη ατμόσφαιρα. Τα τραπέζια στοιχισμένα στην αυλή με άσπρα τραπεζομάντηλα καλοδέχονταν τους καλεσμένους. Οι μπύρες, οι ρετσίνες και τα ουίσκι έρρεαν άφθονα κι οι σερβιτόροι έτρεχαν να προλάβουν  τις παραγγελίες των καλεσμένων. Το χωριό άλλωστε δεν το ακολουθούσε άδικα η φήμη ότι οι κάτοικοί του ήταν δεινοί πότες. Αφού μάλιστα υπήρχε και αίθουσα δεξιώσεων η οποία τους είχε αποβάλλει. Δεν αναλάμβανε γάμους του χωριού επειδή έπιναν πολύ κι η επιχείρηση έμπαινε μέσα. Το φορτηγάκι της εταιρίας catering άρχισε να διανέμει το φαγητό κι οι μυρωδιές ξελίγωσαν τους φημισμένους πότες.

 Οι μερίδες με το λαχταριστό κοτόπουλο και τα συνοδευτικά έφτασαν στα τραπέζια κι έπεσαν όλοι με τα μούτρα στην μασαμπούκα και την μπυροκατάνυξη. 

Μετά το φαγοπότι το έριξαν στο χορό, ώπα γιάλλα! Οι φίλοι του γαμπρού θέλησαν να τηρήσουν το παμπάλαιο έθιμο της κλοπής της κότας. Μα, ελλείψει κοτετσιού λόγω της πολιτισμικής εξέλιξης, ως γνήσιοι αγρο-teenagers, αποφάσισαν να κλέψουν το σαλόνι του σπιτιού. Σήκωσαν καναπέδες και πολυθρόνες. Μέσα στη σούρα τους όμως, δεν υπολόγισαν καλά τις διαστάσεις των επίπλων σε σχέση με την εξώπορτα.

-Ωραία, και πώς τα βγάζουμε έξω αφεντικό;

-Σημαδεύεις καλά και περνάς! Όπως κάνεις όταν περνάς με το αυτοκίνητο στενή γέφυρα!

-Με το ένα, με το δύο, με το τρία, πάμε! Ο δυνατός κρότος τράβηξε την προσοχή όσων βρίσκονταν κοντά και οι υπόλοιποι κοίταξαν εκεί που κοιτούσαν οι πρώτοι. Οι αδέξιοι λωποδύτες είχαν βάλει τόση δύναμη στην προσπάθειά τους να περάσουν τα έπιπλα από την εξώπορτα που την έριξαν κάτω μαζί με την κάσα. Ο καναπές, σμπαράλια!

Ο μπαμπάς της νύφης έκρυψε το πρόσωπο στα χέρια του απελπισμένος. Άντε τώρα, τελευταία στιγμή να βρει μαστόρους να διορθώσουν την ζημιά. Τι να διορθώσουν δηλαδή; Μάλλον καινούργια εξώπορτα έπρεπε να πάρει.

     Παρ’ όλα αυτά, το γλέντι συνεχίστηκε με αμείωτο κέφι μέχρι τα ξημερώματα. Ήταν κατά τις τέσσερις το πρωί όταν ένας ένας, το μισό χωριό, άρχισαν να φεύγουν με την  μορφή του κατεπείγοντος στο κέντρο υγείας του χωριού. Μαζική δηλητηρίαση από σαλμονέλα καταγράφηκε το συμβάν στα αρχεία. Το μισό χωριό ξερνούσε και είχε αγκαλιά τη λεκάνη της τουαλέτας για διπλή χρήση! Οι εγκυμονούσες μεταφέρθηκαν άμεσα στο νοσοκομείο της πόλης για περαιτέρω εξετάσεις. Μερικοί το πέρασαν ελαφρά. Άλλοι πήραν φάρμακα για να μπορέσουν να πάνε στον γάμο που θα γινόταν το Σάββατο. Κάποιοι τέλος αρρώστησαν σοβαρά και κρεβατώθηκαν.

   Την μεγάλη μέρα, το Σάββατο, έγινε ο γάμος στην μεγάλη εκκλησία του χωριού. Υπήρχε και μια μικρότερη πιο κοντά αλλά ως γνήσιοι βλαχοσνόμπ επέλεξαν να στεφανωθούν με μεγαλεία και γκλαμουριά. Η νύφη, με το ασημοποίκιλτο νυφικό της, γεμάτο πέρλες και δαντέλες, έξω από την εκκλησία έβγαλε τις παντόφλες και φόρεσε τις γόβες της. Μετά την τελετή και τρία σακιά ρύζι, άλλαξε πάλι  για να πάει στο γλέντι του γάμου άνετα, με παντόφλες. Την ώρα που έβγαινε το ζευγάρι από την εκκλησία, οι φίλοι του γαμπρού που ήταν σκαρφαλωμένοι στην σκεπή, έριξαν ακόμη ένα σακί ρύζι πάνω στα κεφάλια τους. Επειδή όμως ήταν ντίρλα, τους ξέφυγε το σακί κι έπεσε πάνω στο κεφάλι του γαμπρού. Έπεσε κάτω και έβλεπε όλους να στριφογυρίζουν σαν τον τροχό της τύχης. Στο κέντρο υγείας του φόρεσαν ένα κολάρο στον σβέρκο, του έδωσαν μερικά παυσίπονα και του συνέστησαν να μην πιει, να μην χορέψει και να μην ξενυχτήσει.

-Κανονικά, πρέπει να ξαπλώσεις επειδή έχεις μια ελαφριά διάσειση, αλλά λόγω της ημέρας μπορείς να συνεχίσεις,  πρόσεχε όμως, να ακολουθήσεις τις οδηγίες μου, του είπε ο εφημερεύων γιατρός γνωρίζοντας πως μιλούσε μάταια.

   Το ζευγάρι, με μεγάλη καθυστέρηση έφτασε στην αίθουσα που γινόταν το γλέντι. Η νύφη με παντόφλες και ο γαμπρός με το κολάρο στο λαιμό. Θεέ μου, τι φωτογραφίες θα βγάλουμε; Σκεφτόταν η Ελενίτσα. Σιγά να μην ακούσω τον γιατρό, μια μπουκάλα ουίσκι θα την σφίξω σίγουρα. Σκεφτόταν ο γαμπρός. Εν τω μεταξύ, ο κόσμος διασκέδαζε…. Τρόπος του λέγειν δηλαδή καθώς κάθε τρεις και λίγο όλοι έτρεχαν στις τουαλέτες του μαγαζιού. Από την πρώτη ώρα κιόλας, μια άσχημη μυρωδιά άρχισε να αναδύεται από την πλευρά τους. Η ουρά όλο και μεγάλωνε μέχρι που υπεύθυνοι αναγκάστηκαν να παραχωρήσουν και τις τουαλέτες των επισκεπτών του ξενώνα τους. Κατά τ’ άλλα ήταν ένα ωραίο γλέντι κι όλοι πέρασαν υπέροχα, λέμε τώρα! Και στα δικά σας!

-Φτου κακά! Ο Χριστός κι η Παναγία!

Δευτέρα 11 Ιουλίου 2022

ΤΡΟΜΑΚΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΧΩΡΙΟ XVIIII

 Με άφαντη την αξιοπρέπειά του ο Γκούρας κατάφερνε να επιβιώνει στο χωριό εφαρμόζοντας τα γνωστά σε όλους πια τερτίπια του.

Οι γέροντες γονείς του για να περισώσουν την περιουσία τους, ένα σπιτάκι δηλαδή και μερικά χωραφάκια, τα έγραψαν στα εγγόνια τους. Αν τ’ άφηναν στον Γκούρα θα τα πουλούσε την επόμενη κιόλας μέρα για να τα πιει και να τα παίξει…

Με τα ρουφιανιλίκια και την πονηριά του κατάφερε να διοριστεί στον δήμο με διετή σύμβαση. Αυτό ήταν το χειρότερο που μπορούσε να συμβεί στην οικογένεια αν και οι ίδιοι δεν το εκλάμβαναν έτσι, νόμιζαν ότι αυτή η πρόσληψη ήταν για καλό.

Καλή η μόνιμη δημόσια θέση καθώς μήνας μπαίνει μήνας βγαίνει το μπαγιόκο πέφτει.

Το δυσάρεστο στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι ότι πέφτει στον λογαριασμό τραπέζης του εργαζομένου.

Έτσι, κάθε μήνα που πληρωνόταν ο Γκούρας ο μισθός έκανε φτερά πριν καν δει το χρώμα του χρήματος. Πώς γινόταν αυτό; Σίγουρα όχι με ταχυδακτυλουργικά κόλπα.

Ανάθεμα στην μοντέρνα τεχνολογία που εφηύρε αυτά τα κινητά που μπαίνουν στις τράπεζες και αγοράζουν και πληρώνουν και τα κάνουν όλα εκτός από καφέ!

Μόλις έβλεπε ότι πληρώθηκε πήγαινε στο πλέϊ-μαγαζί και άρχιζε τις επενδύσεις.

Μετά περνούσε απ’ το καφενείο για μπυροκατάνυξη και τέλος έπαιζε on line  ότι είχε περισσέψει.

Σε δυο τρεις μέρες το πολύ ήταν πάλι ρέστος και ταπί!

Φώναζε η δόλια η μάνα του, γκρίνιαζε ο πατέρας του, ένα γεροντάκι 85 χρονών, έκανε τουμπεκί η γυναίκα του έχοντας αποδεχτεί προ καιρού το κακό της μοίρας της.

Τις διαφωνίες αυτές βέβαια τις εξέφραζαν όταν ήταν νηφάλιος  γιατί, όταν ήταν πιωμένος έτρεχαν όλοι να κρυφτούν σαν τα ποντίκια. 

Εκείνο το απόγευμα, αρχές του μήνα, ροκανίζοντας τα τελευταία ψίχουλα του λογαριασμού του, τα έπινε στο καφενείο του Γλύκα (παρατσούκλι επειδή παλιά δούλευε σε ζαχαροπλαστείο) και είχε γίνει κουρούμπελο. Στο μεθύσι του απάνω και τις οίδε τι κυκλοφορούσε στο κεφάλι του μέσα, τα έβαλε με τον άντρα της ξαδέρφης του. Ο πατέρας του και η μάνα της, αδέρφια. 

Όχι μεταξύ τους, αυτός από μόνος του, είχε κτηματικές διαφορές με τον «ξάδερφο»,  τον Παρμενίδη. Του είχε μπει στο μυαλό ότι η διαθήκη του παππού του ήταν άκυρη και διεκδικούσε μερίδιο από οικόπεδα και χωράφια. Είχε ξοδέψει πάνω από δέκα χιλιάδες ευρώ σε δικηγόρους και δικαστήρια χωρίς να βγάλει άκρη αλλά δεν το ‘βαζε κάτω.

Οι δικηγόροι βέβαια, είχαν βρει αγελάδα για άρμεγμα. Αναλάμβαναν την υπόθεση γνωρίζοντας εξ αρχής πως ήταν χαμένη. Έπαιρναν τις αμοιβές τους ούτως ή άλλως όμως.

Και, κάθε φορά που έχανε ο Γκούρας πήγαινε σε άλλον δικηγόρο. Έξι ή εφτά δικηγόρους είχε αλλάξει ως τώρα. Δεν απογοητευόταν γιατί το παν στη ζωή είναι να έχεις στόχο και ο επιμένων νικά…

Καθισμένος σε επικλινή θέση κάτω απ’ τη σκιά της κληματαριάς, έπινε κι έλεγε τον πόνο του φωνάζοντας για να ακούγεται όσο πιο μακριά γίνεται. Κάποιοι απ’ τους θαμώνες τον κούρντιζαν κιόλας για να γίνεται τζέρτζελο.

-Γκούρα, τι έγινε με το χωράφι στη ‘μεγάλη πέτρα΄; 

-Σαν τι θες να γίνει; Αυτός ο «Ξυλούρης» περνάει κάθε μέρα από μέσα, δρόμο το έκανε. Αλλά πού θα πάει; Θα του δείξω εγώ. Νομίζει ότι θα μου γλυτώσει; Όλοι ξέρετε ότι καταπάτησε το δημόσιο με την επέκταση που έκανε στον στάβλο του. 

-Ναι, αλλά δεν φοβάσαι; Την άλλη φορά που σε πέτυχε στο χωράφι μαζεύτηκες. Τι φοβήθηκες; Μη σε δείρει ή μη σου τον φορέσει;

-Μη μου τον φορέσει φοβήθηκα, γι’αυτό μαζεύτηκα. Αλλά θα  του δείξω εγώ. Θα δείτε όλοι τι θα πάθει…

-Α, να κι ο Παρμενίδης με το αμάξι. Πού πάει τέτοια ώρα;

-Άσ’ τον κι αυτόν τον μπινέ. Έξι χιλιάδες ξόδεψα  στα δικαστήρια αλλά τώρα τη βρήκα την άκρη. Δεν ξέρει τι τον περιμένει κι αυτός. Πού να δείτε τι του ετοιμάζω…

Αυτόν που τον έχετε όλοι για νοικοκύρη, ξέρετε τι έκανε; Εγώ τον έσωσα. Εγώ έσωσα την οικογένειά του. 

-Σώπα ρε Γκούρα; Τι έγινε; Πώς;

-Αυτός που λέτε, ήταν δεν ήταν τέσσερα πέντε χρόνια παντρεμένος όταν μάθαμε ότι πηδούσε την αδερφή της πεθεράς του (σ.σ. θεία του Γκούρα, αδερφή του μπαμπά του).

Το ανακάλυψε η Τούλα (η γυναίκα του Παρμενίδη) και ήθελε να τον διώξει. Καυγάς μεγάλος, φασαρία, χαμός. Ευτυχώς που μπήκα εγώ στη μέση και τους τα έφτιαξα κι έσωσα το σπίτι τους. Ότι έφτιαξαν σε μένα το χρωστάνε…

-Καλά ρε Γκούρα, τη θεία σου; Πώς μιλάς έτσι για την αδερφή του μπαμπά σου; Άντε, αυτός είναι ξένος, αλλά το αίμα σου;

-Ποια είναι θεία μου;

-Η πεθερά του Παρμενίδη

-Εεεεεε, σαν θεία καλή ήταν δεν λέω, αλλά άλλο το ένα και άλλο το άλλο. Το θέμα είναι αυτός τι έκανε, όχι η Λενιώ!

-Γκούρα το παράκανες, αυτά τα πράγματα δεν λέγονται.

-Τι δεν λέγονται μωρέ; Τι ξέρετε εσείς; Γατάκια! Την αλήθεια λέω…

…συνέχισε να φωνάζει μπερδεύοντας τα λόγια του και στολίζοντας όσους δεν χώνευε με διάφορα άκοσμα επίθετα. 

Ένας ένας οι χωριανοί άρχισαν να φεύγουν μην αντέχοντας άλλο βόθρο. Αυτή η δόση ήταν αρκετή γι’ αυτόν τον μήνα. Η συνέχεια τον άλλο μήνα πάλι, που θα ξαναπληρωθεί…


Παρασκευή 24 Σεπτεμβρίου 2021

ΤΡΟΜΑΚΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΧΩΡΙΟ XVIII

 Είχε ένα ξυλουργείο στο κεφαλοχώρι κι αναλάμβανε διάφορες δουλειές.  Έπιπλα, πόρτες, έφτιαχνε απ’ όλα. Πήγαινε ο πελάτης, έδινε την παραγγελία κι έμπαινε στη σειρά για την παράδοση. Όλα ήταν χειροποίητα κι ήθελαν τον χρόνο τους.

Η δουλειά ήταν πολλή και γι’ αυτό έπαιρνε διάφορα παιδιά ως βοηθούς, τσιράκια.

Τους έδινε ένα χαρτζιλίκι, για μεροκάματο ούτε λόγος, αυτό το έπαιρναν αν κατάφερναν να γίνουν μαστόρια. Τι ένσημα κι επισημότητες; Ο Ζήκος μπροστά τους ήταν άρχοντας!

Την τέχνη την μάθαιναν σιγά σιγά, εμπειρικά κι από τους τέσσερις πέντε που είχε συνέχεια στη δούλεψή του μόνο ένας στα δύο χρόνια γινόταν ξυλουργός. Οι υπόλοιποι εγκατέλειπαν.

Εκείνη τη χρονιά είχαν πέσει πολλοί γάμοι με αποτέλεσμα οι παραγγελίες να έρχονται βροχή. Επειδή, ένας γάμος στο χωριό σημαίνει έπιπλα, κουζίνες και πόρτες για το νέο σπίτι και επιπλέον διάφορες ανακαινίσεις που έκαναν στα σπίτια τους οι συμπεθέροι.

Είχε έξι τσιράκια στο εργαστήρι του. Οι δύο ήταν παλιοί που ήξεραν καλά την τέχνη, οι άλλοι δύο ήταν μόνο δυο χρόνια μαζί του και τα άλλα δυο παιδιά ήταν φρέσκα, τα είχε πάρει για να κουβαλάνε και να βοηθούν τους βοηθούς του.

Δεν άφηνε να του φύγει δουλειά. Όσο φόρτο και να είχε αναλάμβανε κάθε νέα παραγγελία που ερχόταν. 

Εκείνη ακριβώς τη χρονική στιγμή κι ενώ είχε καλυμμένο όλο το επόμενο τετράμηνο, έρχεται μια παραγγελία για γάμο .  Ήθελαν όλο το νοικοκυριό και άμεσα. Σιγά να μην τους άφηνε να φύγουν. Θα έριχνε πίσω τις άλλες παραγγελίες και θα τα έφερνε βόλτα.

Τσάμπα του φώναζαν οι βοηθοί και τα τσιράκια, «αφεντικό, δεν προλαβαίνουμε, πότε θα τα φτιάξουμε όλα αυτά;» «Σκασμός, κουτσαβάκια, που θα μου πείτε εμένα τι προλαβαίνουμε και τι όχι! Αν βάλετε τον κώλο σας κάτω και δουλέψετε αντί να μιλάτε και να διαμαρτύρεστε, θα προλάβουμε. Δουλέψτε, ντε! Τι με κοιτάτε;»

«Εσύ κι εσύ, έδειξε τους δύο μαθητευόμενους που κόντευαν ν’ αποφοιτήσουν, ελάτε μαζί μου να πάμε να πάρουμε τα μέτρα».

Χωρίς κουβέντα τον ακολούθησαν, τι να πουν άλλωστε; Ν’ ακούσουν κι άλλα;

Έφτασαν στο σπίτι κι άρχισαν να μετρούν. Τους είπαν οι πελάτες πώς ήθελαν τους καναπέδες, την τραπεζαρία, τις καρέκλες, τις πολυθρόνες και το σκρίνιο.

Παίρνοντας τα μέτρα το αφεντικό, από τη βιασύνη του ή επειδή είχε πολλά στο μυαλό του, άλλα μέτρησε και άλλα έγραψε. Ο ένας από τους δύο βοηθούς που είχε μαζί του παρατήρησε το λάθος και του το είπε. «Πάψε, ξερόλα, τολμάς να μου πεις ότι εγώ κάνω λάθος! Πότε έμαθες τη δουλειά για να διορθώσεις εμένα; Μην ξαναμιλήσεις γιατί θα πω του πατέρα σου ότι τεμπελιάζεις και δεν έχεις μάθει τίποτα δυο χρόνια τώρα!»

Το παιδί δεν ξαναμίλησε, όχι από φόβο, επειδή είχε βάλει στο μυαλό του να του δώσει ένα καλό μάθημα!

Πίσω στο εργαστήριο, έδωσε τα μέτρα στους δυο τελειόφοιτους να ξεκινήσουν τη δουλειά κι αυτός έτρεξε να πάρει κι άλλες δουλειές. Οι έξι μαθητευόμενοι έπρεπε τώρα να δουλέψουν διπλοβάρδιες για να προλάβουν και πάλι δεν ήταν σίγουρο αν θα προλάβαιναν.

Πέρασε η πρώτη εβδομάδα και η δουλειά προχωρούσε ικανοποιητικά. Πράγματι, σε δυο βδομάδες ήταν όλα έτοιμα και το Σάββατο, τη μέρα του γάμου, πήγαν όλοι μαζί να τα μοντάρουν και να τα στήσουν. Τη στιγμή που όλοι είχαν φύγει στην εκκλησία για τον γάμο, αυτοί ήταν ακόμη εκεί και δούλευαν. Τελευταίο είχαν αφήσει το σκρίνιο. Γύρισε το νιόπαντρο ζευγάρι με τους καλεσμένους τους από την εκκλησία την ώρα που το έστηναν.

Άρχισαν να κερνούν τους καλεσμένους περιμένοντας τους μαραγκούς να τελειώσουν τη δουλειά τους. Την ώρα που έστηναν το έπιπλο, ο αρχιμάστορας κατάλαβε πως κάτι δεν πήγαινε καλά αλλά δεν τον άφηνε ο εγωισμός του να παραδεχτεί το λάθος του. Με σφήνες και με άλλα μαστορικά κόλπα προσπάθησε να καλύψει την αποτυχία του. Η θέση του ήταν δύσκολη. Από τη μια θα γινόταν ρεζίλι μπροστά σε τόσο κόσμο και από την άλλη θα έβγαινε θιγμένος και μειωμένος απ’ τον βοηθό του.

Με τα πολλά, τελείωσαν κι άρχισαν να μαζεύουν τα εργαλεία τους για να φύγουν.

Αμέσως έτρεξαν οι συμπεθέρες να το στολίσουν με τα χειροποίητα εργόχειρα από την προίκα της νύφης και να το γεμίσουν με πιάτα, ποτήρια, διάφορα κρύσταλλα και μπιμπελό από τα δώρα του γάμου.

Πήγαν να χαιρετήσουν και να συγχαρούν το ζευγάρι. Πάνω στη χειραψία ακούν έναν κακό θόρυβο… κρρρραααακ, κρρρααακ, άρχισε σιγά και συνέχισε με μεγαλύτερη ένταση. Κρααακ, κρααακ, και ξαφνικά ένα ακόμη πιο δυνατό κραααααααααααααακ! Και ταυτόχρονα  τσινγκ, τσινγκ, τσανγκ, τσανγκ, κρατς, κρατς, κρουτς, τσάνγκαρ, τσούνγκαρ!

Κολυμπηθρόξυλα το σκρίνιο! Άμμος, κομμάτια και θρύψαλα τα γυαλικά!

Ξύλα, γυαλιά και κεντήματα ένα κουβάρι στο πάτωμα κοίταζαν τον κόσμο λυπημένα!

Ξεροκατάπιε το αφεντικό κι άρχισε να φωνάζει στα παιδιά: «τσακιστείτε από τα μάτια μου, άχρηστοι, άλλα μέτρα σας δίνω και κάνετε του κεφαλιού σας. Δρόμο όλοι! Τι να πεις; Στραβάδια…» Τα μπάλωσε τέλος πάντων στους πελάτες ρίχνοντας την ευθύνη στα παιδιά κι έφυγε υποσχόμενος πως αύριο το πρωί θα τους έφερνε άλλο, σωστό αυτή τη φορά.

Στο δρόμο της επιστροφής, άφριζε κι έβριζε συνεχώς. Φτάνοντας στο εργαστήριο υποχρέωσε τους βοηθούς να κόψουν την ξυλεία ώστε το επόμενο πρωί να τελειώσουν το γρηγορότερο κι έδωσε την εντολή όλοι να βρίσκονται εκεί απ’ τα χαράματα. Αυτός έφυγε και πήγε να ξεκουραστεί. 

Τότε ήταν η στιγμή που ο μαθητευόμενος ξεφούρνισε το μυστικό του. Ότι δηλαδή το αφεντικό ήταν ο κύριος υπαίτιος, ότι από την αρχή είχε πάρει λάθος τα μέτρα. Οπότε, αν ξεκινούσαν με τα ίδια μέτρα, πάλι το ίδιο λάθος θα γινόταν.

Τι να κάνουν τώρα; Κλείνουν το μαγαζί και πάνε για μπύρες. Το είχαν πάρει απόφαση. Οι δύο τελειόφοιτοι ήταν έτοιμοι να ξεκινήσουν τις δικές τους δουλειές και οι υπόλοιποι δεν είχαν καμιά διάθεση να συνεχίσουν να δουλεύουν μ’ αυτό το αφεντικό.

Διασκέδασαν, απελευθερωμένοι πλέον, έχοντας πάρει τις αποφάσεις τους.

Την άλλη μέρα, το αφεντικό τους περίμενε στις έξι το πρωί. Του φάνηκε παράξενο που δεν ήρθε κανείς μέχρι τις επτά. Περίμενε μέχρι τις οχτώ, τίποτα! Τι να κάνει; Ξεκινάει για το σπίτι του ενός και στέλνει τον γιο του στον άλλον, σ’ αυτούς που βρισκόταν πιο κοντά.

Του ήρθε ταμπλάς που λένε όταν και οι δυο του δήλωσαν ότι παραιτούνται. Το σοκ ήταν μεγάλο! Αυτό δεν το περίμενε! Άρχισε να υπόσχεται, μετά να παρακαλάει, μετά να ικετεύει… Κάτσε να το φτιάξεις μόνος σου με τα μέτρα που πήρες, ήταν η απάντησή τους.

Απ’ ότι έμαθαν μετά, έριξε τα μούτρα του, πήγε και πήρε τα σωστά μέτρα κι έκατσε και το έφτιαξε μόνος του. 

Η εκδίκηση ήταν ωραία και δίκαιη. Δεν ήξεραν αν ήταν κρύα ή ζεστή στο πιάτο, ήταν όμως νοστιμότατη!


Παρασκευή 6 Αυγούστου 2021

ΤΡΟΜΑΚΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΧVII

 «Σήμερα το βράδυ, στις δύο μετά τα μεσάνυχτα, ο κομήτης του Χάλεϋ θα περάσει απ’ τη γειτονιά μας!  Συγκεκριμένα, θα είναι ορατός στην Ελλάδα από τις δύο και πέντε έως τις δύο και τέταρτο. Ένα μοναδικό φαινόμενο που συμβαίνει κάθε εβδομήντα πέντε με εβδομήντα έξι χρόνια….»

Αυτά άκουσαν στο δελτίο ειδήσεων τα μέλη της γνωστής παρέας του χωριού.

Πήραν μπύρες, πατατάκια, φυστίκια και στραγάλια και την έστησαν στο γήπεδο για να δουν τον κομήτη που θα περνούσε πάνω απ’ τα κεφάλια τους.

Δύο και πέντε, δύο και δέκα, δύο και τέταρτο, τίποτα! Δυόμιση, τίποτα!

Πουθενά ο κομήτης, άφαντος!

Τότε αντιλήφθηκαν ότι ήταν πρωταπριλιάτικο αστείο! Τους την έφεραν! Πώς την πάτησαν έτσι;

Αποφάσισαν να πάρουν το αίμα τους πίσω.

Αφού είχαν πιει και δυο κάσες μπύρες, ήταν εύκολη απόφαση.

Μια και δυο, το κόβουν για το καφενείο του Μπούκουρα. 

-Ρεμάλια, όσο θα μιλάω στο τηλέφωνο, εσείς θα χτυπάτε τις καρέκλες και θα βρίζετε.

-Ναι, αστυνομία εκεί; Ελάτε γρήγορα στο δίπλα το χωριό, πλακώνονται και πέφτει ξύλο!

Σε δέκα λεπτά, ίου ίου ίου το περιπολικό, πάει στο δίπλα το χωριό. Τίποτα!

-Κάντε ησυχία τώρα, θα πάρω την πυροσβεστική.

-Ε, ρε, το παρατραβάς!

-Σκασμός, ρεμάλια!

-Πυροσβεστική εκεί; Ελάτε γρήγορα στο δίπλα το χωριό, πήρε φωτιά η αποθήκη του τάδε και έχει μέσα μπάλες άχυρο και εύφλεκτες ύλες.

Σε πολύ λίγο, ίου ίου ίου και η πυροσβεστική, πάει στο δίπλα το χωριό στην αποθήκη του τάδε, τίποτα!

-Άααααχ! Το ‘φχαριστήθηκα! 

-Μπούκουρα, φέρε μπύρες.

-Δεν γίνεται, κλείνω.

-Καλά, φέρε τις μπύρες και κλείσε. Εμείς θα κάτσουμε έξω και θα τις πιούμε!


ΤΡΟΜΑΚΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΧVI

 Την επόμενη ξημέρωνε πρωταπριλιά. Μαζεύτηκαν πέντ’ έξι εικοσάρηδες στο καφενείο του Μπούκουρα κι έστυψαν το μυαλό τους για μια καλή φάρσα.

Μετά από δυο κάσες μπύρες, το βρήκαν! Κατά τις δύο το πρωί διαλύθηκαν αλλά δεν πήγαν για ύπνο. Ο καθένας πήρε απ’ το σπίτι του τα απαιτούμενα, ξαναβρέθηκαν στο σχολείο και ξεκίνησαν για το διπλανό χωριό.

Ότι τα δύο χωριά ήταν στα μαχαίρια δεν χρειάζεται διευκρίνιση… Αφού ούτε γάμους δεν επέτρεπαν να γίνονται μεταξύ τους. Αν στράβωνε η τύχη και προβαλλόταν τέτοια επιθυμία, αν δηλαδή ένας νέος ήθελε μια κοπέλα απ’ το άλλο χωριό, έπεφταν πάνω στο ζευγάρι θεοί και δαίμονες και τους χώριζαν! Αν καμιά φορά ξέμενε κάποιος από ψωμί και πήγαινε στον φούρνο του άλλου χωριού, δεν του πουλούσαν.  Για κακή τους τύχη, μοιραζόντουσαν το ίδιο σχολείο και την ίδια εκκλησία. Δύο κτίρια που πολεοδομικά χώριζαν ή ένωναν τα δύο χωριά, όπως το πάρει κανείς!  Στο σχολείο τα παιδιά καθόντουσαν στα θρανία μόνο με παιδιά απ’ το χωριό τους. Στην εκκλησία είχαν χωρίσει στασίδια και καρέκλες ώστε να μην έχουν στενές επαφές. Τσακωνόντουσαν με τον παπά για το ποιο χωριό θα κοινωνήσει πρώτο. Μια φορά, αφού κοινώνησε το ένα χωριό,  έβαλαν τον παπά με το ζόρι να μεταλάβει ο ίδιος για να κοινωνήσει μετά και το άλλο χωριό! 

Εκεί, κατά τις δυόμιση το πρωί, όταν πλέον είχαν κλείσει τα καφενεία και δεν κυκλοφορούσε ψυχή, κατευθύνθηκαν προς την πλατεία. Σ’ ένα σημείο με αιωνόβια πλατάνια, στρώθηκαν στο σκάψιμο.  Αφού έσκαψαν έναν αρκετά μεγάλο λάκκο, έριξαν μέσα καμιά δεκαριά σκουριασμένους τενεκέδες που είχαν κουβαλήσει απ’ τα σπίτια τους.

Έπειτα, έριξαν και αρκετά κουρέλια, τα πιο παλιά λερωμένα πανιά που βρήκαν και τέλος, σκόρπισαν λιωμένα κεριά. Αφού περιποιήθηκαν το δημιούργημά τους, τα μάζεψαν κι έφυγαν. 

Την άλλη μέρα το πρωί, πρωταπριλιά, άρχισαν να μαζεύονται στα καφενεία της πλατείας οι κλασικοί θαμώνες. Δεν άργησαν να προσέξουν τα σκορπισμένα χώματα κάτω από τα πλατάνια. Πήγαν πρώτα δυο τρεις περίεργοι και οι φωνές τους κάλεσαν και τους υπόλοιπους. Σε πολύ λίγο, είχε μαζευτεί το μισό χωριό. 

Λίρες, λίρες! Τόσο καιρό κάτω απ’ την μύτη μας, πού να το ξέραμε! Μα, είστε σίγουροι; Ρωτούσαν οι πιο δύσπιστοι. Δεν βλέπεις; Να οι τενεκέδες, κοίτα σκουριά! Τόσα χρόνια θαμμένα στο χώμα! Να και τα κουρέλια που ήταν τυλιγμένα τα μασούρια, να και τα κεριά που τα είχαν κερωμένα. Α, ρε την ατυχία μας μέσα! Άρχισαν να χτυπιούνται και να αναθεματίζουν την κακή τους τύχη! 

Στο προαύλιο της εκκλησίας, η παρέα δεν κρατιόταν απ’ τα γέλια… Τους έβλεπαν από μακριά να χτυπιούνται και να αναλύουν τα αποδεικτικά στοιχεία, έβλεπαν την πικρία και την απογοήτευσή τους κι αυτό ήταν το αλατοπίπερο της φάρσας.

Ούτε για μια στιγμή δεν πέρασε απ’ το μυαλό τους ότι ήταν πρωταπριλιά!

Αντίθετα, για πολύ καιρό συνέχιζαν να αναρωτιούνται ποιος μπορεί να είχε κρύψει τον θησαυρό και, το σημαντικότερο, ποιος ήταν αυτός ο άτιμος που τον ξέθαψε και τους τον πήρε μέσα απ’ τα χέρια!

Οι παππούδες θυμόντουσαν καπεταναίους απ’ τον εμφύλιο, άλλοι έλεγαν ότι ήταν τούρκικες, άκρη δεν έβγαινε. Αλίμονο σ’ αυτόν που πήρε τόσο μεγάλο θησαυρό, αν τον έβρισκαν θα τον έσκιζαν!

Μερικές μέρες μετά και αφού ακόμα σιγόβραζαν από θυμό και αγανάκτηση, ένα άλλο γεγονός ήρθε να τους ταράξει περισσότερο.

Εκεί που έπαιζαν τα παιδιά στα πλατάνια, με τους τενεκέδες και τον λάκκο που ήταν ακόμα ανοιχτός, ακούστηκαν φωνές. Παππού, παππού φώναζε το ένα, μπαμπά το άλλο, δημιουργήθηκε ένας μικρός πανικός. Έτρεξαν εκεί δυο τρεις μεγάλοι. Βρήκαμε το χάρτη, βρήκαμε το χάρτη! Έλεγαν τραγουδιστά τα πιτσιρίκια. Ποιο χάρτη βρε σκασμένα; Φέρτε μου ‘δω να δω… Πράγματι, ήταν ένα κομμάτι πανί, μουτζουρωμένο και κουρελιασμένο και πάνω του ήταν χαραγμένα δρόμοι, σπίτια, σημάδια. Αμάν! Την κάναμε, μας έκατσε κι εμάς!

Οι τρεις πρώτοι που είδαν τον χάρτη, προσπάθησαν να τον κρύψουν, αλλά εις μάτην.

Στο τέλος, μοιράστηκαν το χάρτη καμιά δεκαριά νοματαίοι. 

Έκατσαν, με περίσσεια σπουδή και τον μελέτησαν. Μελέτησαν, μελέτησαν και μετά άρχισαν να ψάχνουν για τα σημάδια. Ένας μεγάλος βράχος στην άκρη του χωριού, το ποτάμι, κάποια παλιά τούρκικα σπίτια που υπήρχαν ακόμη, άλλα κατοικήσιμα και άλλα μισογκρεμισμένα…. Ευτυχώς το Χ ήταν σε σπίτι που είχε αναπαλαιωθεί και ήταν κατοικήσιμο. Εδώ όμως άρχιζαν τα δύσκολα!  Ήταν το σπίτι του προέδρου!

Θα περίμεναν. Κάθε χρόνο, ο πρόεδρος με την προεδρίνα και τα προεδράκια, Ιούλιο με Αύγουστο, πήγαινε διακοπές για μια δυο βδομάδες. Καλύτερα, έτσι. Είχαν και χρόνο να οργανωθούν. Πέρασε ο καιρός, έφυγε για διακοπές ο πρόεδρος, ο θόρυβος για τον κλεμμένο θησαυρό είχε κοπάσει εδώ και αρκετές βδομάδες, και οι δέκα νοικοκυραίοι έφυγαν για ξύλα στο βουνό, υποτίθεται….

Απ’ το πρώτο βράδυ, μπήκαν στο σπίτι κανονικά από την πόρτα χωρίς να την παραβιάσουν κι έβαλαν μπρος τα μηχανήματα. Έλα μου όμως που τα αναθεματισμένα που χτυπούσαν συνέχεια; Όπου και να τα γύριζαν, σφύριζαν. Εμ, βέβαια, παλιό το σπίτι, παντού καρφιά…

Τώρα; Συνεδρίασαν. Θα ξεκινούσαν από το κατώι και μετά βλέπουμε, είπαν. Άρχισαν να γκρεμίζουν εκεί που τα μηχανήματα χτυπούσαν πιο δυνατά. Τίποτα! Καρφιά… Να και παραδίπλα, να και παραπέρα, να και σ’ αυτόν τον τοίχο, να και στην άλλη μεριά, τρύπες παντού. Λαμπόγυαλο το σπίτι! Δεν αποθαρρύνθηκαν όμως. Ανέβηκαν και στο ανώι. Ήταν σίγουροι πως εκεί θα έβρισκαν το θησαυρό. Μπαμ και μπουμ, γκαπ και γκουπ, δύσκολη δουλειά καθώς δούλευαν μόνο τις ώρες που οι γείτονες ήταν στα χωράφια για να μην τους ακούσουν. Ύστερα, δέκα άντρες κλεισμένοι μέσα σ’ ένα σπίτι με κλειστές πόρτες και παράθυρα μέσα στο κατακαλόκαιρο, δεν είναι εύκολο πράγμα!

Με τα πολλά, το έκαναν θερινό και το πάνω πάτωμα και πάλι δεν βρήκαν τίποτα. Δεν έμενε άλλο από τη σκεπή… Άρχισαν να ξηλώνουν και τα ταβάνια. Τζίφος! Είχαν περάσει κι οι μέρες, έπρεπε να φύγουν. 

Γύρισε ο πρόεδρος, τι να βρει; Το σπίτι ρημαδιό, γιαπί!

Αστυνομίες, έρευνες, δεν άργησαν να βρουν τους υπαίτιους και τον περιβόητο χάρτη.

Η παρέα εν τω μεταξύ, έγραφε ιστορία απ’ το πολύ το γέλιο.

Ο πρόεδρος απ’ την άλλη, επειδή ήθελε πάντα να έχει τον τελευταίο λόγο και όχι μόνο να φαίνεται αλλά και να είναι ανώτερος από όλους στο χωριό, βγήκε και είπε:

Στο πηγάδι ήταν ο θησαυρός, τον είχαν βρει άλλοι πριν απ’ αυτούς και τον είχαν πάρει!

Από τότε, τέτοια πρωταπριλιά που να κράτησε πέντε μήνες δεν ξαναματάγινε κι ακόμα συζητιέται… Στο ένα χωριό για την πλάκα που σπάσανε και στο άλλο για το άδικο που τους βρήκε! Κι ακόμα δεν έχουν καταλάβει, είναι σίγουροι ότι υπήρξε θησαυρός και ότι τους τον άρπαξαν μέσ’ από τα χέρια!


Τρίτη 20 Ιουλίου 2021

ΤΡΟΜΑΚΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΧV

 Είχε μπάρμπα…

Το σχολείο το τελείωσε με χίλια ζόρια και με μέσον!

Μπόρεσε τουλάχιστον κι έβγαλε επαγγελματικό δίπλωμα οδήγησης. Πώς τα κατάφερε; Άγνωστον!  Μπορεί να έβαλε μέσον κι εκεί, κανείς όμως δεν μπορεί να το πει στα σίγουρα.

Είχε ένα βηματισμό, παράξενο! Αυτό που λέμε, τα ζώα μου τ’ αργά ή, μέχρι να σηκώσει το ένα πόδι βρωμούσε τ’ άλλο.

Δεν ήταν χοντρός, ήταν ψηλός και εύσωμος.

Αλλά, βαριόταν. Βαριόταν πολύ!

Στο χωριό δεν έκανε τίποτα. Τεμπέλιαζε δεξιά κι αριστερά και ζούσε για το καφενείο. Εκεί, καθόταν με τις ώρες κι έπινε καφέδες.

Είδε κι απόειδε ο μπάρμπας του, ανώτερος δικαστικός στην Αθήνα, κάτι πρέπει να κάνουμε μ’ αυτόν τον ρεμπεσκέ, σκέφτηκε. Του τηλεφώνησε να κατέβει στην πρωτεύουσα για να τον βολέψει. Του αγόρασε μισό ταξί και τον έστρωσε στη δουλειά. Αυτή την εντύπωση είχε…

Ο, ας τον πούμε Μπάμπης έπαιρνε το ταξί στην βάρδια του κι έκοβε βόλτες. Σε μια γειτονιά είχε βρει ένα καφενείο που άραζε κι έπινε τους καφέδες του, μια χαρά!

Αν είχε κέφι, έπαιρνε και κανέναν πελάτη. Αλλιώς, προσπερνούσε και δεν τον ένοιαζε καθόλου. Βαριόταν!

Με πελάτη ή χωρίς, έπιανε δεξιά και πήγαινε κυριολεκτικά με πέντε. Πολλοί πελάτες αγανακτούσαν και κατέβαιναν απ’ το ταξί. Σιγά μην κάτσει ν’ ασχοληθεί με τους σάχλες. Πολύ βαρετή ασχολία. Μ’ αυτή την κατάσταση να παίρνει διαστάσεις, ο συνεταίρος στο ταξί διαμαρτυρήθηκε κι έτσι ο μπάρμπας του αναγκάστηκε να του πουλήσει το μερίδιό του. Του βρήκε άλλη δουλειά. Οδηγός σε λεωφορείο αεροπορικής εταιρείας. Έπαιρνε τους επιβάτες απ’ το κέντρο της πόλης και τους πήγαινε στο αεροδρόμιο.

Είναι δυνατόν όμως να βάλει μυαλό ο Μπάμπης;

Είναι δυνατόν ν’ αλλάξει νοοτροπία και συνήθειες;

Πώς το σκέφτηκες αυτό ρε μπάρμπα;

Στηνόταν ο Μπάμπης στην Ομόνοια, ανέβαιναν οι επιβάτες και ξεκινούσε.

Όοοοοοχι πρωινή βάρδια……. Τι φανταστήκατε; Στις δώδεκα έπιανε δουλειά!

Ξεκινούσε λοιπόν ο Μπάμπης, αργά αργά, από δεξιά και προσεκτικά, κούτσα κούτσα, έκαναν τα στραβά μάτια από την αεροπορική εταιρεία στα παράπονα των πελατών λόγω υποχρέωσης στον μπάρμπα του, και η δουλειά έβγαινε δύσκολα.

Ώσπου μια μέρα ο Μπάμπης βαριόταν πολύ! Περισσότερο απ’ τις άλλες μέρες! Πήρε τους επιβάτες και αργά αργά και από δεξιά, ξεκίνησε για το αεροδρόμιο.

Στο δρόμο ξαφνικά, ανάβει αλάρμ, σταματάει δεξιά, αφήνει αναμμένη τη μηχανή και κατεβαίνει κάτω. Οι επιβάτες τον βλέπουν ν’ απομακρύνεται και φωνάζουν:  «Ε, πού πας; Γύρνα πίσω. Θα χάσουμε την πτήση! Έλα ‘δω ρε βλαμμένε!»

Τίποτ’ αυτός. Απτόητος, μπήκε μες στο καφενείο λίγο πιο πάνω, έκατσε και παρήγγειλε καφέ! Τι κι αν φώναζαν απ’ το λεωφορείο… τους είχε βάλει στο mute. Αφού ήπιε τον καφέ του, σχετικά γρήγορα, πρέπει να το αναφέρουμε αυτό, ανέβηκε στο λεωφορείο και συνέχισε τον δρόμο του.

Βέβαια, οι επιβάτες έχασαν την πτήση τους και μ’ αυτή την αφορμή, ο Μπάμπης απολύθηκε.

Έτσι, ξαναγύρισε στο χωριό. Τι να κάνει κι ο δόλιος ο μπάρμπας του; Τού ‘κοψε ένα επίδομα, φρόντισε να τον βγάλει και στην σύνταξη και αφού θεώρησε πως έκανε ότι μπορούσε γι’ αυτόν, τον άφησε στην τύχη του.

Με τα έξοδά του καλυμμένα, ο Μπάμπης στο χωριό έκανε ότι γούσταρε, δηλαδή βαριόταν!

Ένα μεσημεράκι μπαίνει στο καφενείο του Μπούκουρα ο Ηλίας. Ο Ηλίας ήταν το ταξί του Μπάμπη. Απ’ τα σκαλοπάτια του σπιτιού του τον έπαιρνε με το αυτοκίνητο, μπροστά στην πόρτα του καφενείου τον άφηνε. Από την πόρτα του καφενείου τον έπαιρνε, μπροστά στα σκαλιά του σπιτιού του τον άφηνε.

Ούτε βήμα δεν πήγαινε χαμένο!

-Τι γίνεται ρε Μπάμπη; Πώς πάει;

Καταβάλλοντας μεγάλη προσπάθεια ο Μπάμπης απάντησε, «ζόρικα!»

-Τι εννοείς; Επιμένει ο Ηλίας

-Ξέρεις πόσος κόπος χρειάζεται για ν’ ανασάνω; Και, βαριέμαι!

-Τι λες ρε π’ ανάθεμά σε; Βαριέσαι ν’ ανασάνεις; Θα πεθάνεις…

-Βαριέμαι, είπε κι ακούμπησε το κεφάλι στο χέρι του πάνω στο τραπέζι!


ΤΡΟΜΑΚΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΧΙV

 Δούλευε σε σιδηρουργείο γι’ αυτό τον φώναζαν Τσίγκο!

Ήταν ένα κλασικό χωριατόπαιδο. Ζορίστηκε πολύ να βγάλει το δημοτικό κι αυτό με βαθμό απολυτηρίου έξι! Αφού δεν τα ‘παιρνε τα γράμματα, τον έστειλε ο πατέρας του να μάθει μια τέχνη. Μάθε τέχνη κι άστηνε, που λένε; Αυτό!

Μεγάλος πια ο Τσίγκος, είκοσι χρονών, άρχισε να ανεξαρτητοποιείται. Όχι πως ήξερε τι σημαίνει αυτό, ή τι κάνει στην κυριολεξία, απλά, ακολούθησε τη φυσική ροή της ζωής.

Η παρέα του, συνομήλικοί του πάνω κάτω που γνωρίζονταν από παιδιά.

Έβγαιναν τα βράδια, πήγαιναν για μπύρες, μιλούσαν για κορίτσια και περνούσαν την ώρα τους με όνειρα όπως να είχαν χρήματα, να ήταν πλούσιοι, να είχαν μοντέρνα αυτοκίνητα και μηχανές, να ταξίδευαν, να πήγαιναν στα νησιά να έβλεπαν από κοντά τουρίστριες και τέτοια. Ανάμεσα σ’ αυτά τα όνειρα μια συζήτηση κυριαρχούσε περισσότερο. Ανασκαφές για λίρες! Άκουγαν ιστορίες απ’ τους μπαμπάδες, τους παππούδες, τους μπαρμπάδες και τις μετέφεραν στις μεταξύ τους κουβέντες. Σιγά σιγά, άρχισαν ν’ ασχολούνται διεξοδικά με την ανεύρεση θησαυρών. Αγόρασαν μηχανήματα και τα σαββατοκύριακα ανέβαιναν στο βουνό. Πήγαιναν στα σημεία που ανέφεραν οι ιστορίες που άκουγαν. Όπως είναι φυσικό, δεν έβρισκαν τίποτα. Για έναν περίπου χρόνο εξερεύνησαν τα δικά τους τα μέρη.  Μετά, άρχισαν να ξανοίγονται. Άρχισαν να ταξιδεύουν όλο και πιο μακριά για να βρουν τον θησαυρό τους. Αυτά τα ταξίδια άνοιξαν μεν τους ορίζοντές τους αλλά δυστυχώς μόνο ως προς τον στόχο τους. Η ανεύρεση θησαυρού τους είχε γίνει αυτοσκοπός.

Ο καιρός περνούσε όμως και θησαυρό δεν έβρισκαν. 

Απογοητευμένος ο Τσίγκος,  άρχισε να δουλεύει έναν άλλο τρόπο στο μυαλό του για να βγάλει χρήματα γρήγορα κι εύκολα.

Όταν κάποια στιγμή είχαν πάει στην Βεργίνα, είχε δει πως οι αρχαίοι Μακεδόνες είχαν σιδερένια ξίφη. Αγόρασε λοιπόν, σχετικά βιβλία, ξεπατίκωσε τα σχέδια, κι αποφάσισε να φτιάξει ένα πανομοιότυπο ξίφος. Ήταν σίγουρος ότι μπορούσε να το φτιάξει. Σιγά το δύσκολο, σκεφτόταν!

Έτσι, τό ‘βαλε μπρος και το δούλευε. Όταν είδε το τελικό αποτέλεσμα ήταν σίγουρος ότι τό ‘φτιαξε τέλεια! Ωραία, το ξίφος το έφτιαξε. Τώρα;

Τώρα έπρεπε να βρει τρόπο να το πουλήσει. Πώς όμως και σε ποιον; Δεν ήξερε από τέτοια πράματα ο Τσίγκος. Αποφάσισε να βάλει μια αγγελία στις εφημερίδες.

«Όποιος ενδιαφέρεται για σημαντικό εύρημα να με πάρει τηλέφωνο» έγραψε.

Σε δυο μέρες χτυπάει το τηλέφωνο, ένας ο ενδιαφερόμενος. Μετά ξαναχτυπάει, κι άλλος ενδιαφερόμενος. Κλείνει ραντεβού ο Τσίγκος και με τους δυο. Πάει στον πρώτο, του λέει τι  και πως, παραμύθια που έβγαλε απ’ το κεφάλι του, τα φούσκωσε και λίγο απ’ τον ενθουσιασμό του, θα το σκεφτώ του λέει ο άλλος, φεύγει. Πάει στον δεύτερο, του λέει το ίδιο παραμύθι, τα φουσκώνει και λίγο παραπάνω, βλέπει τον ενδιαφερόμενο ενθουσιασμένο. Γίνεται να το δω; Τον ρωτάει. Βέβαια, του λέει ο Τσίγκος, αύριο την ίδια ώρα εδώ. Εκείνη τη στιγμή, σκάνε μύτη από πίσω του δυο γομάρια, τον αρπάζουν απ’ τον γιακά και τον μπουζουριάζουν στο τμήμα της περιοχής.

Ανάκριση στην ανάκριση και κόντρα ανάκριση, δεν μπορούσαν να πιστέψουν αυτά που τους έλεγε, την αλήθεια δηλαδή!

Αυτό κράτησε όλη τη νύχτα. Την άλλη μέρα πάνε και μπαγλαρώνουν όλη την παρέα.

Ανάκριση και κόντρα ανάκριση, τους άφησαν ελεύθερους αφού έβγαλαν την άκρη, αλλά δεν μπορούσαν να πιστέψουν στ’ αυτιά τους!

Τραβάνε τον Τσίγκο στο αυτόφωρο. Εξιστορείται όλο το σκηνικό και ο δικαστής ακούγοντας τα καθέκαστα κρατιέται να μην γελάσει. Αντιλαμβανόμενος περί τίνος πρόκειται, του λέει:

-Τι να σου πω, παιδί μου! Απαλλάσσεσαι λόγω βλακείας!


Σάββατο 17 Ιουλίου 2021

ΤΡΟΜΑΚΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΧΙΙΙ

 Τρία πρώτα ξαδέρφια γεννημένα την ίδια χρονιά.  Τα δύο ζούσαν στο χωριό και το ένα στην κοντινή μεγαλούπολη. Μεγάλη οικογένεια, οπότε, τα παιχνίδια και τα χαϊδέματα από τους θείους πολλά. Κι επειδή η ιστορία αυτή ξεκινά να εκτυλίσσεται από την δεκαετία του ’60, μην φανταστείτε τα παιχνίδια ως αντικείμενα αλλά ως δράσεις.

Στην ηλικία των τεσσάρων ετών, ο θείος τους ο Σάκης, ανύπαντρος ακόμα,  τους έστησε και τους τρεις πάνω στον μαρμάρινο πάγκο της κουζίνας του χωριατόσπιτου των γονιών του και τους είπε θέλοντας να βγάλει γέλιο από τις ντοπιολαλιές:

«Θα σας ρωτάω έναν έναν και θα μου απαντάτε, καλά;»

«Καλά»

«Αλέξη, τι είναι αυτό;» ρώτησε δείχνοντας ένα γαϊδούρι.

«Γουμάρ’!» απάντησε ο Αλέξης που μεγάλωνε στο χωριό.

«Τίμο, τι είναι αυτό;» ξαναρώτησε δείχνοντας το γαϊδούρι.

«Γαϊδούρι!» απάντησε ο Τίμος που μεγάλωνε στην πόλη.

«Τάκη, τι είναι αυτό;» επανέλαβε δείχνοντας ξανά το ζώο.

«Γκάτζος!» απάντησε ο Τάκης που μεγάλωνε κι εκείνος στο χωριό αλλά σε οικογένεια χαμηλότερης μόρφωσης ή κοινωνικότητας, πείτε το όπως θέλετε.

Έως  εκείνη τη στιγμή, τα μικρά παιδιά ένιωθαν την μοναδικότητά τους από την αγάπη που προσλάμβαναν από τον στενό και τον ευρύτερο κύκλο της οικογένειας.

Από εκείνο το αστείο παιχνίδι και μετά όμως, άρχισαν να νιώθουν και κάτι άλλο. Τον διαχωρισμό σε ανώτερο και κατώτερο βάσει της διαφορετικότητας, της καταγωγής, του οικονομικού, κοινωνικού και μορφωτικού επιπέδου των γονιών τους.

Από τότε, αν και η αγάπη που είχε εμφυτευθεί μεταξύ τους δεν έσβησε, δημιουργήθηκε ενός είδους αντιπαλότητα, ένας ανταγωνισμός.

Ο Τίμος που μεγάλωνε στην πόλη, ένιωθε ξεχωριστός καθώς είχε τα πιο πολλά και καλά παιχνίδια. Την εποχή που στο χωριό ακόμα κυκλοφορούσαν με κάρα, αυτός είχε τηλεόραση πριν αρχίσουν να εκπέμπουν κανονικά οι δύο πρώτοι σταθμοί, είχε παιδικό πικάπ όταν ακόμη και για τους εικοσάρηδες ήταν όνειρο απατηλό και χίλια δυο παιχνίδια όπως πλαστικά αυτοκινητάκια, φαγάνες, τραινάκια, μαϊμουδάκια κυμβαλοκρούστες, διέθετε ακόμη και ένα κάμπριο κόκκινο αυτοκινητάκι με πετάλια και είχε και ποδήλατο!

Όλα αυτά ήταν μαγικά όχι μόνο για τα ξαδέρφια του αλλά και για τους φίλους του στην πόλη. Είχε όμως και τους γονείς του στην Γερμανία που του έστελναν όλα αυτά τα δώρα και μεγάλωνε με την γιαγιά του.

Ήταν ξεχωριστός λόγω των αποκτημάτων του και έπρεπε να διατηρήσει αυτή την μοναδικότητά του. 

Ο Αλέξης, άργησε λίγο αλλά βρήκε κι αυτός με ποιον τρόπο θα ξεχώριζε στην ηλικία των δώδεκα, όταν πήγε στο γυμνάσιο. Το έριξε στο ντύσιμο. Ντυνόταν καλύτερα και με τα ακριβότερα ρούχα σε όλο το χωριό ενώ ξεχώριζε ακόμα  ανάμεσα και  στα παιδιά της μεγαλούπολης.

Ο Τάκης, ήθελε κι αυτός να ξεχωρίζει αλλά δεν μπορούσε. Δεν του το επέτρεπαν οι συνθήκες. Η στιγμή του έφτασε πολλά χρόνια αργότερα. Όταν γύρισε από φαντάρος και αφού δεν το είχε με τα γράμματα, απαρνήθηκε τη γεωργία με την οποία ασχολούνταν ο πατέρας του κι έγινε οδηγός νταλίκας.

Με το επάγγελμα αυτό, ταξίδεψε στο εξωτερικό και είδε από κοντά όλα όσα έβλεπε στον κινηματογράφο και στην τηλεόραση. Μέσα σ’ ένα χρόνο, γύρισε όλη την Ευρώπη και στα δυο  χρόνια, είχε μάθει όλα τα κατατόπια κυρίως τα πονηρά! Τότε ήταν που προέκυψε ένα δρομολόγιο για Παρίσι, μια πόλη που δεν είχε πάει ως τότε. Γυρνώντας με ένα φορτίο τυριών από την Ολλανδία έπρεπε να περάσει από το Παρίσι να ξεφορτώσει κάποια και να φορτώσει κάποια άλλα για να τα φέρει τέλος όλα στην Ελλάδα. Η όλη διαδικασία θα έπαιρνε περίπου τρεις μέρες. Τι να κάνει λοιπόν τρία μερόνυχτα στο Παρίσι; Κάπως έπρεπε να περάσει τον χρόνο του. Ρωτώντας, ανακάλυψε το Μουλέν Ρουζ. Διότι, δεν θα πήγαινε όπου νά ‘ναι! Μόνο στο καλύτερο! Λεφτά είχε μαζί του, οπότε κανένα πρόβλημα!

Στο Μουλέν Ρουζ ο Τάκης διέπρεψε! Να οι σαμπάνιες, τι μία μία που τις άνοιγαν οι ευρωπαίοι, δυο δυο τις άνοιγε τις σαμπάνιες ο Τάκης! Να και οι χορεύτριες στα γόνατα του Τάκη πράγμα που για να συμβεί πρέπει να ξοδέψεις απίστευτα πολλά! Οι τρεις μέρες πέρασαν αλλά σιγά μην άφηνε ο Τάκης τέτοια μπερεκέτια! Πήρε τηλέφωνο στο αφεντικό ότι καθυστερούν κι άλλο οι φορτοεκφορτώσεις και συνέχισε τα γλέντια. Αυτός το άνοιγε και το έκλεινε το μαγαζί! Του τελείωσαν όμως και τα λεφτά. Δεν το σκέφτηκε πολύ, σχεδόν καθόλου, πούλησε όλο το εμπόρευμα, πούλησε και την νταλίκα! Πολλά λεφτά, θα σκεφτεί κάποιος και με το δίκιο του. Όοοοοχι! Όχι για τον Τάκη στο Μουλέν Ρουζ! Οι σαμπάνιες έρρεαν ποτάμια και τα κορίτσια χόρευαν για πάρτι του. Κάποια στιγμή, του τελείωσαν κι αυτά τα χρήματα. Σε μια βδομάδα τα είχει φάει όλα! Τού ‘δωσε και κατάλαβε! Αφού στον κύκλο των νταλικέρηδων έγινε μύθος! Ακόμα και σήμερα αναφέρουν το περιστατικό στις ιστορίες τους.

Όταν του τελείωσαν τα λεφτά και του έμειναν μόνο για το εισιτήριο της επιστροφής, τηλεφώνησε στον πατέρα του. Τι να κάνει κι εκείνος ο καημένος; Πλήρωσε τα γλέντια του κανακάρη του αντικαθιστώντας το εμπόρευμα και το αυτοκίνητο!

Μην νομίζετε όμως ότι αυτό ήταν το τελευταίο που έκανε…. Μπορεί να ήταν το αποκορύφωμα, αλλά τις τρέλες τις συνέχισε. Τις συνέχισε γιατί έτσι ένιωθε ξεχωριστός!

Κάποια στιγμή, ήρθε ο καιρός να παντρευτεί. Αρραβωνιασμένος γαρ και η μνηστή έγκυος.

Του δίνει ο μπαμπάς του ένα εκατομμύριο δραχμές τότε, σήμερα να πούμε δέκα χιλιάδες ευρώ όχι σε ονομαστική αλλά σε αγοραστική αξία.

Πάει ο Τάκης στην πόλη για να αγοράσει τα γαμπριάτικα. Κοστούμι, πουκάμισο, γραβάτα, παπούτσια, κάλτσες, κολώνιες, τα πάντα. Μπαίνει σε ένα πολυκατάστημα από αυτά που σε κάθε όροφο έχουν διαφορετικά είδη. Χρόνο έχει μπόλικο, χασομεράει χαζεύοντας. Βλέπει κάτι αξεσουάρ του σκι φανταστικά! Του άρεσαν πολύ! Πάει στον άλλο όροφο, βλέπει, προβάρει και τα γαμπριάτικα. Εντάξει, αποφάσισε, θα τα πάρει!

Γυρνάει το βράδυ στο χωριό που τον περιμένουν με αγωνία να δουν τα ψώνια του.

Ανοίγει τις σακούλες και τα κουτιά και τι να δουν. Στολή του σκι, χιονοπέδιλα κι όλα τα αξεσουάρ! 

«Καλά βρε παιδί μου, εμείς κοστούμι σε στείλαμε ν’ αγοράσεις!»

«Ναι, για κοστούμι πήγα και το δοκίμασα κιόλας αλλά αυτά τα ήθελα πόσο καιρό τώρα και δεν μπορούσα να τα πάρω γιατί ήταν πολύ ακριβά!»

Άντε την άλλη μέρα, με άλλο  ένα εκατομμύριο για κοστούμι!

Και, μετά, ο Τάκης παντρεύτηκε! Όλως παραδόξως η γυναίκα του τον έστρωσε. Τού ‘βαλε τα δυο πόδια σ’ ένα παπούτσι που λένε.

Βέβαια, τις τρέλες τις συνέχισε αλλά άλλου είδους. Όχι τόσο επιζήμιες!


Κυριακή 11 Ιουλίου 2021

ΤΡΟΜΑΚΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΧΙΙ

 Β’ ερασιτεχνική, ντέρμπι μεταξύ αιωνίων και μη χειρότερα!

Το παιχνίδι και για τις δύο ομάδες είναι πολύ κρίσιμο.

Και στις δύο έδρες, πάντα υπήρχε μεγάλη ένταση μεταξύ των ομάδων, των οπαδών και των χωριών γενικότερα. Βροντάκηδες και Φουρτουνάκηδες είναι πολύ ελαφριά εκδοχή σε σύγκριση με αυτή την αντιπαλότητα!

Άντρες, γυναίκες, παιδιά, νέοι, γέροι, ακόμα κι οι παπάδες ζούσαν γι’ αυτό το παιχνίδι!

Ήταν τόσο παθιασμένοι, που οι ιερείς ήταν αυτοί που οργάνωναν τις κερκίδες ώστε να έχουν περισσότερο κόσμο και καταμερισμένο ανάλογα με τις εκάστοτε ανάγκες.

Η χορωδίες της εκκλησίας ξεκινούσαν με προσευχές και άσματα κι ανάλογα με την έκβαση του αγώνα, το γύριζαν στο αντάρτικο και στα μελοποιημένα συνθήματα.

Οι παπάδες σαν διευθυντές ορχήστρας έδιναν τον τόνο και οι φωνές ξεχύνονταν στον αέρα και τις βουνοπλαγιές.

Στο συγκεκριμένο παιχνίδι, κατά το εικοστό λεπτό προηγούνται οι γηπεδούχοι με 1 – 0! Ξέφρενοι πανηγυρισμοί στις κερκίδες, αλληλούια απ’ την χορωδία, χαλασμός απ’ τον κόσμο κι ο αντίπαλος παπάς να φωνάζει χειρονομώντας: «τι χαίρεστε ρε, νωρίς είν’ ακόμα, θα σας ξεσκίσουμε, στο τέλος ξυρίζουν τον γαμπρό, ….»

Το ημίχρονο έληξε με 1-0 υπέρ των γηπεδούχων.

Το Β’ ημίχρονο ξεκίνησε ομαλά αλλά όσο περνούσε η ώρα το παιχνίδι σκλήραινε με πολλές κλωτσιές και ξύλο μεταξύ των παιχτών. Δύο λεπτά πριν τη λήξη ισοφάρισαν οι φιλοξενούμενοι. Ο αγώνας έληξε ισόπαλος. Και το ξύλο που ακολούθησε ισόπαλο ήταν τόσο μεταξύ των παικτών όσο και των οπαδών.

Γυναίκες μαλλιοτραβιούνταν, ο ένας βαρούσε τον άλλο με ότι έβρισκε μπροστά του, τα παιδιά τό ‘ριξαν στο κυνηγητό με πέτρες, οι γιαγιάδες τραβούσαν τα τσεμπέρια και τ’ ανέμιζαν στον άερα, οι παππούδες σήκωναν τις μαγκούρες κι όποιον πάρει ο χάρος!

Οι δυο παπάδες, στη μέση του γηπέδου, απέναντι ο ένας απ’ τον άλλον, με ανοιχτά τα πόδια, τους αγκώνες στα πλευρά και με τις γροθιές σφιγμένες και τον κορμό προτεταμένο – στη γνωστή σκωτσέζικη στάση, φώναζαν ο ένας στον άλλον.

«Σας ξεσκίσαμε» πάρ’ την έλεγε η γλώσσα του σώματος με ελαφρύ πηδηματάκι.

«Σας γαμήσαμε» πάρ’ την εσύ επαναλάμβανε ο άλλος με τη γνωστή χειρονομία.

«Σας πήραμε τα σώβρακα» να πάλι το ελαφρύ πηδηματάκι.

«Και τα κομπινεζόν» πάρε πίσω το υπονοούμενο.

«Πετάξτε τα σουτιέν σας» να σε σένα

«Σας κλέψαμε τα στρινγκ» και σε σένα ήρθε η ανταπόδωση με το πηδηματάκι.

Πηδηματάκι στο πηδηματάκι, έφτασαν μούρη με μούρη. 

«Τι κάνουμε αδερφέ; Ο Θεός να μας συγχωρέσει!»

«Αμήν!»

Άρχισαν να σταυροκοπιούνται. Όσοι τους είδαν άρχισαν να σταυροκοπιούνται κι αυτοί ώσπου οι παπάδες έδωσαν το σύνθημα:

Θα τα πούμε στον επόμενο αγώνα. Φτάνει για σήμερα, διαλυθείτε ησύχως!


ΤΡΟΜΑΚΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΧΙ

 Όποιος δεν έχει παρακολουθήσει ερασιτεχνικό ποδόσφαιρο δεν είναι σωστός φίλαθλος!

Ποδοσφαιρικός αγώνας Β’ ερασιτεχνικής κατηγορίας.

Για τους φιλοξενούμενους ήταν άνευ βαθμολογικής αξίας. Για τους γηπεδούχους όμως ήταν υποβιβασμός κατηγορίας σε περίπτωση ήττας τους.

Λόγω κακής προϊστορίας μεταξύ των δύο αντιπάλων, πάντα στα παιχνίδια μεταξύ τους, υπήρχε ένταση. Ένα ντέρμπι αιωνίων σε σμίκρυνση.

Απειλές εκτοξεύονταν εκατέρωθεν. Θα σας ξεσκίσουμε, θα σας κάνουμε, θα σας δείξουμε, θα σας πάρουμε τα σώβρακα, θα σας μαλακώσουμε τα κόκαλα, και άλλα τέτοια αντρικά εργαλεία διασκέδασης.

Ενδεικτικό αυτής της αντιπαλότητας ήταν ότι οι φιλοξενούμενοι, προερχόμενοι από ένα χωριό 700 κατοίκων συνολικά, είχαν νοικιάσει 3 λεωφορεία τα οποία συνόδευαν και 70 περίπου αυτοκίνητα.  Όπως ήταν φυσικό, οι φιλοξενούμενοι φίλαθλοι ήταν υπεράριθμοι των γηπεδούχων.

Στο Α’ ημίχρονο, οι φιλοξενούμενοι κατάφεραν να προηγούνται με 0 – 1!

Στη μέση του Β’ ημιχρόνου και σε μία διεκδίκηση της μπάλας, ο αμυντικός των φιλοξενουμένων, ένα θηρίο ύψους 1,90 και με σοβαρό εκτόπισμα, κέρδισε την μπάλα δίνοντας μια σκουντιά με τον ώμο του στον αντίπαλο που του έκανε στενό μαρκάρισμα.

Εκείνος, κατηγορία φτερού, απογειώθηκε πάνω από τα σύρματα και προσγειώθηκε σε κάτι θάμνους με αγκάθια. Με δυσκολία σηκώθηκε ματωμένος και κουρελιασμένος, βγάζοντας τριβόλια από πάνω του.

«Ε, όχι κι έτσι, ρε φίλε!»

«Καλά ντε, πώς κάνεις έτσι; Δεν έπαθες και τίποτα…» Απάντησε ο αμυντικός που ήταν τύπος Οβελίξ, χωρίς αίσθηση της δύναμής του.

Μετά από αυτό το άτυχο συμβάν, ο Κυριλές, οπαδός των φιλοξενουμένων, άρχισε να προκαλεί ανερυθρίαστα.

«Ελάτε ρε κότες να σας δείξουμε πού μπαίνει η μπάλα, η μπάλα είναι στρογγυλή κι όχι γυναίκα στρουμπουλή, κάτω κάτω και πιο κάτω φάτε μια να πάτε παρακάτω,» και άλλα τέτοια γραφικά, εκτός των κλασικών περιγραφών οι οποίες περιελάμβαναν αναλυτικά ό,τι επρόκειτο να τους κάνουν,  και που ήταν εμβόλιμες των συνθημάτων.

Οι γηπεδούχοι δεν άργησαν να ανταποδώσουν τις ευχές με αποτέλεσμα να ακολουθήσει γενική σύρραξη.

Οι φίλαθλοι άρχισαν να πλακώνονται μεταξύ τους ενώ οι παίκτες μετέτρεψαν το γήπεδο σε ρινγκ.

Στην εστία των γηπεδούχων, ο τερματοφύλακας για να γλυτώσει τις φάπες, σκαρφάλωσε πάνω στο τέρμα σαν τον κόκορα. Ένας οπαδός των φιλοξενουμένων εισέβαλε στον αγωνιστικό χώρο και πήγε κάτω από την ξύλινη εστία.

«Κατέβα ρε!»

«Όχι, δεν κατεβαίνω»

«Κατέβα ρε!»

«Όχι, δεν κατεβαίνω»

«Κατέβα ρε!»

«Έλα να με κατεβάσεις αν μπορείς»

Ο φίλαθλος, που λέει ο λόγος, ένα γομάρι εκατό κιλών, ταρακουνάει το δοκάρι, μια, δυο, τρεις, πάρε την εστία κάτω μαζί με τον τερματοφύλακα! 

Τώρα, γιατί έφαγε ο ταλαίπωρος το ξύλο της αρκούδας, είναι ανεξήγητο!

Ακολούθησε ένα τουρλουμπούκι. Φίλαθλοι και παίχτες έγιναν ένα κουβάρι.

Ποιος διαιτητής και ποιοι παράγοντες; Έγιναν καπνός μην αρπάξουν κι αυτοί καμιά ξανάστροφη. Ο αγώνας διεκόπη εξ αποστάσεως με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο και η νίκη κατακυρώθηκε στους γηπεδούχους.

Α, ρε Κυριλές, εσύ για όλα φταις!


ΤΡΟΜΑΚΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΧΩΡΙΟ Χ

 Ήταν ωραίος! 

Έτσι νόμιζε….

Ήταν έξυπνος!

Αυτή την εντύπωση είχε…

Ήταν περιζήτητος!

Έτσι ήθελε να πιστεύει…

Έφταιγε βέβαια και το γεγονός ότι στην μικρή επαρχία όπου ζούσε, ο πολιτισμός είχε καθυστερήσει να τους επισκεφθεί μισό αιώνα και βάλε. Οι υποψήφιες νύφες έβαζαν στο μάτι τους υποψήφιους γαμπρούς απ’ τα 14. 

Αυτή η κολακεία ήταν που τον έκανε να καβαλήσει το καλάμι και να πιστέψει ότι ήταν ο καλύτερος!

Με το ζόρι τελείωσε το γυμνάσιο, από δουλειά τεμπέλαρος, αφού ήταν ωραίος ντε…

Με τα πολλά, παντρεύτηκε, έκανε και δυο παιδιά κι άνοιξε ένα βενζινάδικο. 

Σύντομα  όμως το έκλεισε ή μάλλον του το έκλεισαν καθώς τον έπιασαν να κλέβει στην αντλία εφοδιασμού.

Το γεγονός αυτό ήταν που τον ώθησε να βρει την κλίση του.

Έγινε μελισσοκόμος. Του αγόρασαν τις κυψέλες κι αυτός έπρεπε να ασχολείται με την μελισσοκομία.

Έλα μου όμως που η θεωρία απέχει πολύ από την πράξη;

Τα βρήκε σκούρα με τη δουλειά και τι έκανε ο μπαγάσας; Πήγαινε σε κοντινό εργοστάσιο συλλογής μελιού, αγόραζε από ‘κει και το πουλούσε για δικό του.

Μετά, συνάντησε άλλο εμπόδιο. Τον ανταγωνισμό. Έτσι, έβαλε το μυαλό του να δουλέψει.

Τι έπρεπε να κάνει; Να παραμυθιάζει τον κόσμο, να λέει ψέματα, να ωραιοποιεί την αλήθεια, να κρύβει ότι δεν έπρεπε να μάθει ο πελάτης. Ευκολάκι, σκέφτηκε, θα τα καταφέρω, στο παραμύθι είμαι άσος!

Κατ’ αρχήν, βρήκε την ατάκα για να προσεγγίζει τον κόσμο: «από πούστε;» Προσέξτε, όχι «από πού ‘στε;»  Και σαφώς όχι «από πού είστε;» 

«Τι είναι αυτό;»

«Πευκόμελο. Από πούστε;» κι έτσι έπιανε κουβέντα.

Εν τη ρύμη του λόγου πετούσε και κάτι μαργαριτάρια που όποιος τά ‘πιανε άνοιγε χρυσοχοείο με τη μία.

«Από πού είναι αυτό το μέλι;»

«Αυτό το παίρνω από μακριά. Κατεβάζω τα μελίσσια νότια για το χειμώνα. Περνάω τη διώρυγα της Πελοποννήσου και φτάνω μέχρι την Καλαμάτα της Αρκαδίας»

Πλείστα τα γεωγραφικά σφάλματα. Λογικό θα μου πείτε, καθότι  πολυταξιδεμένος ο άνθρωπος να μπερδεύεται…

Φεύγει αυτός ο πελάτης και στο καπάκι έρχεται ο επόμενος.

«Αυτό το ανοιχτόχρωμο μέλι από πού είναι;»

«Α, αυτό το παίρνω από την Άρτα. Εκεί κατεβάζω τα μελίσσια για να ξεχειμωνιάσουν.»

«Πού είναι η Άρτα;»

«Ε, στην Πελοπόννησο είναι, ναι, εκεί κάτω.»

Τα άλλαζε, δεν έλεγε τα ίδια σε όλους. Δεν ήθελε να επαναλαμβάνεται…

Κατ’ αυτόν τον τρόπο, έκανε σπουδαίες ανακαλύψεις!

Εφηύρε το χιονόμελο! Το μέλι το καπνιστό! Το μέλι με επίγευση καραμέλας, αυτό το έμαθε απ’ το μάστερσεφ. Το μέλι με γεύση καζάν ντι πι.

Όλα κι όλα! Ο άνθρωπος ήταν επιστήμονας! Γνώριζε τα πάντα. Είχε άποψη επί παντός επιστητού έως και παραφυσικού φαινομένου.

Άκουγε ειδήσεις ή τον καιρό και τις άγνωστες λέξεις τις αντικαθιστούσε με δικές του που θεωρούσε ότι ταίριαζαν.

«ο πρωθυπουργός μετέβη στις Βρυξέλλες για τη σύνοδο κορυφής. Λόγω του έντονου υετού η πρες κόνφερανς δόθηκε υπό την σκέπη αλεξηλίων. Ο πρωθυπουργός έδωσε το λάκτισμα για τις διαπραγματεύσεις μεταξύ τρίτων χωρών. Γαία πυρί μιχθήτω, είπε αυτολεξί.»

-Άκουσες ειδήσεις χθες; Άκουσες τι έγινε; Ο πρωθυπουργός μετά είπε για την σύνοδο κορυφής που έγινε. Και δεν ήταν καλά λέει, έκανε εμετό κι έτσι για την συνέντευξη τον σκέπασαν με ειδικές κουβέρτες. Είπε για τον πόλεμο στην Αφρική, να τους δώσουμε λέει από μία Λάκτα! Εγώ λέει δεν είμαι ο Αλέξης να βάλω στο μίξερ γη για να βγει σπυρί! Χα χα χα, ό,τι να ‘ναι… Κι εμείς τους ψηφίζουμε!

-Καλά, είπε τέτοια πράγματα;

-Ε, τι, δεν άκουσες; Εεεεεεεεεεεεεεεεεεεε, να καταλαβαίνετε τι ακούτε. Μας κοροϊδεύουν μπροστά στα μάτια μας. Χαμένοι από χέρι είμαστε, ρεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεε!

Μια μέρα, μπήκαν στο μαγαζί του κάτι τουρίστες απ’ το Ισραήλ. Αυτός για να τους εντυπωσιάσει, αποφάσισε να τους πουλήσει ένα δυσεύρετο μέλι. Με τα λιγοστά αγγλικά του, προσπάθησε να τους πει ότι είναι μέλι ερείκης. «Δις…………….., φρομ έρικα! Έρικα!» Εξαφανίστηκαν οι εβραίοι σε χρόνο ντε τε. Αυτό συνεχίστηκε για αρκετό καιρό. Όποτε έβλεπε εβραίους προσπαθούσε να τους πουλήσει μέλι ‘Ερικα κι αυτοί γίνονταν καπνός!

Το δούλεψε στο μυαλό του ξανά και ξανά, δεν έβγαζε νόημα. Δεν μπορούσε και να ρωτήσει όμως γιατί πληγωνόταν ο εγωισμός του. Τι, να έδινε δικαίωμα στους άλλους ότι υπήρχε κάτι που δεν ήξερε ή δεν καταλάβαινε; Ποτέ!

Κάποτε, αφού είδε κι απόειδε ότι μόνο με το μέλι μεροκάματο δεν βγαίνει άρχισε να πουλάει και σαπούνια ελαιολάδου με μέλι φτιαγμένα «με συνταγή της γιαγιάς» τα οποία και καλά έφτιαχνε η γυναίκα του η οποία είχε και 7 πτυχία! Την πάτησε κι από κει καθώς τα σαπούνια μόλις έρχονταν σε επαφή με το νερό γινόντουσαν σούπα. Άρχισε να λέει στους πελάτες ότι μετά τη χρήση έπρεπε να τα στεγνώνουν και να τα αφήνουν σε μέρος χωρίς υγρασία! Πάει κι αυτό. Δεν είχε επαναλήψεις στις πωλήσεις του.

 Μια μέρα ήρθαν στο μαγαζάκι του κάτι ρωσίδες. Πώς να συνεννοηθεί τώρα; Ε, καλά, με τα αγγλικά τα κατάφερνε, αλλά ρώσικα; Δεν τό ‘βαλε κάτω. Αυτό του το αναγνωρίζουμε.

Μαζί με τα σαπούνια είχε βάλει και κάτι άλλα παρεμφερή πραγματάκια μπας και δουλέψει.

Έπρεπε εκείνη τη στιγμή, να πει στις ρωσίδες ότι αυτό που κοιτούσαν ήταν εντομοαπωθητική λοσιόν. Τη λοσιόν την ήξερε… την εντομοαπωθητική όμως;

Κάνοντας παντομίμα με τα χέρια του, είπε: «τσιμ, τσιμ, ξουτ, ξουτ!!!»



Μετά, βρήκε κάποιον παραγωγό υδρομελιού και δίνοντάς του μέλι έβαλε τη φίρμα του πάνω στα μπουκάλια. Το προωθούσε λέγοντας «αυτό είναι το αρχαίο ποτό των Ελλήνων!»

Βέβαια, πάτωσε και αυτό.

«Δεν έχει λεφτά ο κόσμος!» Συνήθιζε να λέει για να δικαιολογήσει τις αποτυχίες του.

«Δεν βλέπετε τι γίνεται  στον κόσμο; Εδώ ο κόσμος χάνεται κι εσείς τρέχετε στις εκκλησίες. Τι να σου κάνει ο θεός; Τα μεγάλα κεφάλια αποφασίζουν για μας. Εεεεεεεεεεεεεεεεε, βάλτε μυαλό, ό,τι φάμε κι ό,τι πιούμε……»

Κι αφού τελείωνε την διάλεξή του με ότι είχε ακούσει ή νόμιζε ότι άκουσε στις βραδινές ειδήσεις, κλεινόταν στο μαγαζάκι του και μιλούσε ατελείωτες ώρες στο τηλέφωνο.

Μια χρονιά, πήγε διακοπές με την οικογένειά του σε ένα νησί. Η γυναίκα του με τα παιδιά έμειναν κοντά στη θάλασσα κι αυτός πήρε τα βουνά επειδή του είπαν κάποιοι επιτήδειοι που τον πήραν χαμπάρι ότι εκεί έχει κυνήγι. Δυο βδομάδες κυνηγούσε χωρίς να χτυπήσει τίποτα! Πλήρωσε τους οδηγούς που τον συνόδευαν και γύρισε πληγωμένος. Έχασε και τις διακοπές του.

Είναι ευτυχισμένος…. ή έτσι νομίζει!

Όλα πάνε καλά… αυτή την εντύπωση έχει!

Είναι πανέξυπνος… το πιστεύει ακράδαντα!


ΤΡΟΜΑΚΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΧΩΡΙΟ IX

 Πάμφτωχοι αγρότες οι γονείς του. Το μόνο που ήξεραν ήταν η σκληρή δουλειά.

Ονειρευόντουσαν για τον κανακάρη τους όμως, τα καλύτερα.

Με το ζόρι και πολύ σκούντημα για να βγάλει το σχολείο. Μέχρι και δώρο αποφοίτησης για το Λύκειο του είχαν πάρει, ένα αυτοκίνητο! Αυτοκίνητο την εποχή που οι φίλοι του δούλευαν τρία χρόνια με σκληρές οικονομίες για να πάρουν ένα μηχανάκι!

Από μικρός το είχε το κουσούρι… Ρουφιάνευε, εξαπατούσε, κορόιδευε, χρησιμοποιούσε πλάγια μέσα για να πετύχει τους σκοπούς του. Προσπαθούσε να χειραγωγήσει αλλά γι’ αυτό είναι απαραίτητη και μια άλφα οξυδέρκεια που δεν την διέθετε. Διέθετε όμως πονηριά.  Και τεμπελιά, πολλή τεμπελιά. Δεν τού ‘φταναν όλα τα κακά της μοίρας του, ήταν και φοβητσιάρης. Όταν λέμε φοβόταν και τον ίσκιο του, κυριολεκτούμε! Από μικρός, βράδυ κυκλοφορούσε μόνο με παρέα ακόμη και μέσα στο χωριό.

Μια μέρα, ή μια νύχτα καλύτερα ο Αργύρης γυρνούσε με τα πόδια απ’ την καφετέρια.

Από ένα άνοιγμα ανάμεσα στους μπαξέδες τον είδε που έβγαινε απ’ το σπίτι, στολισμένος για έξω. Μόνος του! Πολύ σπάνια περίπτωση. Αμέσως στρόφαρε να του κάνει χουνέρι.

Έτρεξε και κρύφτηκε μέσα σε κάτι πολύ πυκνούς θάμνους που υπήρχαν λίγο πριν την στροφή του κεντρικότερου δρόμου που οδηγούσε στην πλατεία του χωριού.

Το σπίτι πίσω από τους θάμνους ήταν άδειο από καιρό καθώς οι ιδιοκτήτες του είχαν πεθάνει. Όταν πλησίασε στα δύο βήματα, βλέπει τους θάμνους να κουνιούνται.

Σταματάει! Η καρδιά του ανεβάζει παλμούς, κοντεύει να σπάσει! Κοιτάει δεξιά αριστερά, κανείς! Ψυχή ζώσα! Τώρα; Τι να κάνει; Ούτε για μπροστά είναι, ούτε για πίσω…

Προσπαθεί να κάνει ένα βήμα μπροστά ζυγίζοντας τις αποστάσεις. Σε τρία μέτρα στρίβω και βγαίνω στον κεντρικό, σκέφτεται. Μ’ ένα γερό κατοστάρι γλίτωσα! 

Μα, νά ‘το! Πάλι κουνιούνται οι θάμνοι και τα χόρτα. Σαν κάποιος να είναι εκεί.

Θεούλη μου, θα τα κάνω πάνω μου! Τι να κάνω; 

Τώρα οι θάμνοι κουνιούνται δυνατά. Μμμμμμμμμμμμμμμμμμ, ακούγεται μια βαθιά φωνή, απόκοσμη, γεμάτη κακία και μένος!

Αυτό ήταν… Ποιο ροντράνερ; Καπνός έγινε, εξαφανίστηκε!

Έφτασε στην καφετέρια και αλαφιασμένος, κάτασπρος σαν τον μπερντέ του καραγκιόζη, εξιστόρησε τα συμβάντα στους φίλους του.

Το δούλεμα έπεσε βροχή. Δεν σταμάτησε να επιμένει μέχρι που τους πήρε και τους πήγε στο σημείο. Τίποτα!

«Ε, μια που ήρθατε ως εδώ δεν με πάτε και στο σπίτι; Δυο βήματα είναι…»

Ο Αργύρης έπεσε για ύπνο και την άλλη μέρα έμαθε τα καθέκαστα.

Αυτός ο άνθρωπος, ας πούμε πως τον φώναζαν Γκούρα στο χωριό, στα χωριά όλοι έχουν παρατσούκλια, μεγάλωσε, παντρεύτηκε, έκανε και παιδιά.

Δυστυχώς όμως, γι’ αυτόν και την οικογένειά του, όσο μεγάλωνε χειροτέρευε σαν άνθρωπος αντί να εξελίσσεται. Μάλλον εξελίχθηκε με την όπισθεν.

Στις δουλειές που έκανε, έκλεβε το ταμείο και έριχνε τις ευθύνες σε άλλους. Έπινε πολύ, μεθούσε και δεν ήξερε τι έλεγε ούτε τι έκανε. Τό ‘ριξε και στον τζόγο.

Ήθελε να έχει πάντα αρκετά χρήματα για να πίνει, να κερνάει, του άρεσε πολύ να κερνάει, έτσι έπαιρνε μια δόση ανωτερότητας, να παίζει στα φρουτάκια και να βάζει στοιχήματα μεγάλα. Οι επιτήδειοι που τον ήξεραν, του τα μασούσαν κανονικότατα!

Μια φορά ο αθεόφοβος, αφού είχε παίξει όλες τις εισπράξεις της ημέρας του ποτοποιείου όπου δούλευε, ήθελε ν’ αφήσει αμανάτι την βέρα του στον καφετζή που είχε τα φρουτάκια.

Ευτυχώς ήταν εκεί κάποιος πραγματικός φίλος και ανάγκασε τον καφετζή να μην δεχτεί το αλισβερίσι.

Όποτε ήθελε λεφτά, πήγαινε στο σπίτι του κι έκανε φασαρία. Απειλούσε θεούς και δαίμονες για να πάρει ό,τι ζητούσε. Καβγάδες ομηρικοί, ακουγόταν σ’ όλο το χωριό.

Έσπαγε τραπέζια, πετούσε καρέκλες, σήκωνε την καραμπίνα και απειλούσε να σκοτώσει τους γονείς του αν δεν του έδιναν όσα ήθελε. Έτρεχαν τα γερόντια αλαφιασμένα στην αυλή για να γλιτώσουν απ’ τα χέρια του. Έπαιρνε με το έτσι θέλω τους μισθούς και τα μεροκάματα όλης της οικογένειας. Άφηνε τα παππούδια να πληρώσουν λογαριασμούς και υποχρεώσεις και τα υπόλοιπα τα έκανε μούχτι. Απαιτούσε τους μισθούς της γυναίκας και των παιδιών του κι όποτε τύχαινε να κάνει κι αυτός κανένα μεροκάματο στα χωράφια, πήγαινε στο καφενείο και παινευόταν: «έξι μεροκάματα πέφτουν σήμερα!»

Αν τυχόν και αρνούνταν κάποιος να του δώσει χρήματα, έπινε και όποιον πάρει ο χάρος.

Μια φορά, κυνηγούσε την γυναίκα του στον δρόμο με μαχαίρι. Αυτή, τυλιγμένη με την κουρτίνα του μπάνιου, έτρεχε ξεψυχισμένη στη γειτονιά για να σωθεί απ’ τα χέρια του.

Μετά από αυτό το επεισόδιο, αποφάσισε να τον αφήσει και να πάει στους γονείς της.

Ποιος έχασε το μυαλό όμως για να το βρει η γυναίκα του Γκούρα; Μετά τρεις  μήνες ξαναγύρισε σπίτι αφού της υποσχέθηκε πως θα στρώσει και θ’ αλλάξει!

Τι λέει το ρητό; Τον αράπη κι αν τον πλένεις, το σαπούνι σου χαλάς!

Ένα ωραίο πρωινό, η κόρη του ανακοίνωσε πως θα έρθει ένα καλό παιδί απ’ το χωριό να τη ζητήσει.

Αμέσως το μυαλό του δούλεψε όπως πάντα. Πώς θα μπορούσε να κερδίσει ο ίδιος από αυτό το ενδεχόμενο; Όπως ήξερε, ήταν η απάντηση.

Άρχισαν οι ετοιμασίες για τον αρραβώνα, έβαψαν, συμμάζεψαν, του  έδωσε η γυναίκα του λεφτά να πάει να πληρώσει τα καινούργια ηλεκτρικά που είχαν παραγγείλει.

Μα, χριστιανή μου δεν ξέρεις τι φίδι έχεις στον κόρφο σου;

Πήρε τα λεφτά και φυσικά πήγε και τα έπαιξε. Ότι τα έχασε είναι αυτονόητο!

Να, καβγάδες και φασαρίες να τους ακούει όλο το χωριό.

Οι γιαγιάδες απέναντι είχαν στήσει και τα σκαμνάκια τους, με πασατέμπο στο χέρι κι άλλες με το πλέξιμο για ξεκάρφωμα, παρακολουθούσαν θέατρο σε ανεξέλεγκτο αυτοσχεδιασμό!

Αφού είχαν βγάλει και πρόγραμμα. Πότε πληρώνονται οι συντάξεις; Μην ξεχάσετε, το βράδυ στου Γκούρα για την παράσταση, έκλειναν ραντεβού οι γιαγιάδες.

Με τα πολλά, ο αρραβώνας έγινε, έπλεε σε πελάγη ευτυχίας ο Γκούρας κι όλη του η οικογένεια για το τυχερό της κόρης του. Μόνο που αυτός είχε κι άλλους λόγους να χαίρεται.

Υπολόγιζε στο άρμεγμα του συμπέθερου που είχε το κατιτίς του.

Πράγματι, να κάτι μεροκάματα απ’ το πουθενά χωρίς να κάνει τίποτα, έπαιζε και τον επιστάτη, έκανε μόστρα με μοντέρνα μηχανήματα, να και εμπορεύματα τζάμπα, να και πιστώσεις πιστόλι, τα βόλεψε μια χαρά, καλύτερα απ’ ότι είχε σχεδιάσει.

Ώσπου, ήρθε η καταστροφή! Η κόρη του κεράτωσε τον αρραβωνιαστικό κι αυτός τη χώρισε!

Αυτό ήταν κάτι που δεν μπορούσε να αποδεχθεί! Δεν το σήκωνε ο οργανισμός του!

Τέτοια προσβολή! Να χωρίσουν την κόρη του!

«Έχασα την αξιοπρέπειά μου!» διαλαλούσε όπου καθόταν και βρισκόταν.

Κι όλοι αναρωτιόντουσαν. Ποια αξιοπρέπεια; Πού την έχασε; Πότε την είχε για να την χάσει;

Για έναν χρόνο περίπου έψαχνε ο Γκούρας την χαμένη του αξιοπρέπεια.  Δυστυχώς, δεν την βρήκε και είναι αμφίβολο αν θα τη βρει ποτέ….