Το πάθος τους πετούσε σπινθήρες κι άναβε φωτιές ακόμα κι έξω απ’ τα κλειστά παραθυρόφυλλα. Εκείνη, τριανταπεντάρα χήρα. Έχασε τον άντρα της προ διετίας σε ατύχημα στο βουνό. Εκείνος, παντρεμένος με δυο παιδιά. Εδώ κι έξι μήνες της ορκιζόταν ότι θα χωρίσει και θα ζήσουν μαζί στην κοντινή κωμόπολη. Ένα χρόνο τώρα βρισκόταν κρυφά σχεδόν κάθε βράδυ. Πολύ συχνά της έφερνε δώρα και καμιά φορά ξέκλεβε από κανένα σαββατοκύριακο για μια απόδραση ελευθερίας στη μεγαλούπολη καθώς η κατάσταση στο χωριό δυσκόλευε καθημερινά. Αυτός, ο άντρας, περίμενε να πάει δύο ή και τρεις καμιά φορά το βράδυ ώστε να ξεγλιστρήσει μέσα από τις σκιές και να περάσει απ’ το στενοσόκακο αθόρυβα για να φτάσει στην πίσω πόρτα της χήρας που τον περίμενε με σβηστό το φως. Να κρατήσει κανείς κάτι τέτοιο κρυφό στο χωριό ήταν ακατόρθωτο. Κι όμως αυτοί οι δυο τα είχαν καταφέρει. Ούτε τα ρόϊτερ – οι γριές που είναι κρεμασμένες στα παράθυρα- δεν είχαν πάρει χαμπάρι το παραμικρό.
Εκείνο το βράδυ, η ας την πούμε Λένα, μάταια περίμενε καθισμένη στο τραπέζι της κουζίνας περιμένοντας να διακρίνει την σκιά του πίσω απ’ το τζαμάκι της πόρτας. Έβαλε μια βότκα πορτοκάλι, άναψε κι ένα τσιγάρο και περίμενε. Πήγε τρεις, τέσσερις, το τασάκι γέμισε αποτσίγαρα και το μπουκάλι της βότκας έφτασε στη μέση κι ο ας τον πούμε Τάκης, άφαντος. Την έζωσαν τα φίδια. Τι έγινε; Γιατί δεν ήρθε; Αν είχε συμβεί κάτι στη γυναίκα ή στα παιδιά του θα το είχε μάθει. Όχι, κάτι άλλο συμβαίνει. Όμως, τι; Μήπως τά ‘μπλεξε με καμιά άλλη; Α, μπα, κι αυτό θα το είχε μάθει. Όλα τα νέα του χωριού, τα μυστικά και τ’ απόκρυφα απ’ αυτήν περνούσαν πρώτα. Και, όσα δεν της έλεγαν οι πελάτισσές της, τα μάθαινε στήνοντας αυτί στις συζητήσεις τους. Αυτό δεν ήταν κομμωτήριο, πλυντήριο ψυχών ήτανε. Πού στο καλό εξαφανίστηκε όμως; Ρούφηξε με μανία την τελευταία τζούρα του τσιγάρου της και ξεφύσηξε φωτιές σαν δράκαινα.
Το πρωί, άγρυπνη, με μαύρους κύκλους και μικρές ρυτίδες στις άκρες των ματιών της άνοιξε το μαγαζί απ’ τις οχτώ. Μόλις κοιτάχτηκε στον καθρέφτη συνειδητοποίησε τα χάλια της και στρώθηκε στο μακιγιάζ. Ξεκίνησε θέλοντας να κρύψει το ξενύχτι της αλλά εξελίχθηκε σε υπερπαραγωγή τηλεταινίας του ογδόντα. Μόλις είδε το αποτέλεσμα μερακλώθηκε και άλλαξε τα ρούχα της από την μικρή γκαρνταρόμπα που είχε στο μαγαζί για ώρα ανάγκης. Φόρεσε ένα μαύρο μεταλιζέ κολάν και μια μαύρη στενή μπλούζα με ανοιχτό μπούστο που τόνιζε τα κάλλη της.
Άνοιξε την πόρτα του μαγαζιού, κάθισε στο ταμείο και άρχισε να λιμάρει τα νύχια της περιμένοντας το πρώτο ραντεβού της. Πράγματι, εννιά ακριβώς κατέφτασε η πρώτη πελάτισσα, μια δημοτική υπάλληλος που περνούσε για φρεσκάρισμα μέρα παρά μέρα. Μπήκε μέσα φουριόζα κι έκατσε στην καρέκλα. Μόνο μέσα από τον καθρέφτη πρόσεξε την Λένα.
-Καλέ πώς είσαι έτσι πρωί πρωί; Της ξέφυγε και το διόρθωσε αμέσως.
-Είσαι μια κούκλα. Ίδια η Ολίβια Νιούτον Τζον στο Γκριζ είσαι! Αχ, αναστέναξε βάζοντας το χέρι στο στήθος της, έναν Τραβόλτα σου εύχομαι και σύντομα!
-Απ’ το στόμα σου και στου Θεού τ’ αυτί κι ας μην είναι τέτοιος κούκλος.
-Για ποιον λέτε καλέ εσείς; Πετάχτηκε το πρώτο «ρόϊτερ» που σκούπιζε δήθεν έξω απ’ την πόρτα. Μόλις μυρίστηκε «ψωμί» παράτησε την σκούπα και μπήκε μέσα να μάθει το θέμα της συζήτησης.
-Για κανέναν κυρά Σούλα, της απάντησε η πελάτισσα, έλεγα στη Λένα πως τέτοια κούκλα που είναι της αξίζει να βρει έναν όμορφο άντρα. Κρίμα είναι να χαραμίζει τα νιάτα της στα μαύρα.
-Α, αυτό λέγατε… Κι εγώ νόμιζα πως μάθατε τα χθεσινά… κούνησε το κεφάλι της με νοερά αποσιωπητικά θέλοντας να προσδώσει μια νότα μυστηρίου σ’ αυτό που είχε να ανακοινώσει.
-Ποια χθεσινά κυρά Σούλα; Τι έγινε;
-Καλά δεν ακούσατε τίποτα; Ξεσηκώθηκε όλη η γειτονιά στην πάνω ρεματιά.
-Πού να ακούσω εγώ, είπε η Λένα, κλεισμένη στους τέσσερις τοίχους…
-Αμ εγώ που μένω στην κάτω μεριά; Πώς να τα μάθω; Τι θα γίνει όμως; Θα μας πεις τα νέα ή θα μας βγάλεις την ψυχή;
-Να, κι εγώ δεν τα ξέρω από πρώτο χέρι, άγρια χαράματα, στις πέντε το πρωί με πήρε τηλέφωνο η Γωγούλα του Στάθη που μένει δίπλα και μου τα είπε…
-Λοιπόν;
-Ε, δίπλα στην Γωγούλα δεν μένει εκείνη η ξένη, η παστρικιά, η ζωντοχήρα που την σπίτωσε ο Μίμης και τον έστειλε αδιάβαστο;
Οι άλλες δύο ένευσαν καταφατικά με αγωνία μην τολμώντας να διακόψουν τον ειρμό της.
Η κυρά Σούλα κοίταξε τις δυο γυναίκες στα μάτια κι αφού βεβαιώθηκε πως είχε την αμέριστη προσοχή τους, συνέχισε.
-Ήταν κατά τις δύο τα μεσάνυχτα όταν είδε έναν άντρα στα μαύρα σαν σκιά να μπαίνει στο σπίτι της. Στην αρχή νόμιζε ότι ήταν κλέφτης και γι΄ αυτό περίμενε να δει τι θα γίνει. Μετά από λίγο, είδε άλλους τρεις να κρύβονται απέναντι στο δρομάκι μέσα στα χαλάσματα του μπαρμπα Μανώλη. Η καημένη η Γωγούλα κατατρόμαξε, κόντεψε να την πιάσει η καρδιά της. Πήρε τηλέφωνο την κόρη της την Μαίρη κι εκείνη κάλεσε την αστυνομία.
-Σώπα!
-Τι λες κυρά Σούλα; Έγιναν τέτοια πράγματα; Είπε η Λένα που άρχισε να αισθάνεται τους ψύλλους στα αυτιά της.
-Και πού ν’ ακούσετε και παρακάτω…
-Για πες… είπε η πελάτισσα που τελείωσε το φρεσκάρισμα στα μαλλιά της αλλά δεν την ένοιαζε πλέον αν θ’ αργούσε στη δουλειά της.
-Η αστυνομία δεν ήρθε με το περιπολικό στο σπίτι της λεγάμενης. Το άφησαν στην πλατεία και ήρθαν με τα πόδια. Δύο απ’ την πίσω μεριά του μπαρμπα Μανώλη που έπιασαν εκείνους τους τρεις που είχαν κρυφτεί εκεί, ένας ακόμα που χτύπησε την μπροστινή πόρτα της ζωντοχήρας κι ένας που περίμενε από πίσω. Μόλις άνοιξε η προκομμένη, ο άλλος πήγε να φύγει από πίσω και τον μπαγλάρωσαν κι αυτόν.
-Έλα, έγιναν όλα αυτά στο χωριό μας;
-Και τι έγινε τελικά; Ήταν κλέφτες; Την Λένα άλλο την έκαιγε…
-Αμ δε που ήταν κλέφτες… Μακάρι να ήταν γιατί έτσι θα τελείωναν όλα… Ακούστε, τον Παναγή, τον Πάνο καλέ, της Γίτσας τον ξέρετε..
-Ναι, τι μ’ αυτόν; Ρώτησε η πελάτισσα ενώ η Λένα κρατούσε την ανάσα της μην της ξεφύγει καμιά χριστοπαναγία.
-Αυτός, εδώ κι έναν χρόνο περίπου δυο τρεις φορές τη βδομάδα αφού κοίμιζε τη γυναίκα και τα παιδιά του ξεπόρτιζε. Έχει καιρό που κάτι είχε καταλάβει η Γίτσα κι έβαλε τ’ αδέρφια της να τον παρακολουθήσουν. Ε, τον παρακολούθησαν. Αυτούς έπιασαν στα χαλάσματα του μπαρμπα Μανώλη που περίμεναν τον λεγάμενο να βγει από της ζωντοχήρας. Ήταν μέσα και την κουτούπωνε ο ακατανόμαστος, το ‘κανε και Πάνος π’ ανάθεμά τον!
-Θεέ και κύριε!
-Αν είναι δυνατόν!
-Είναι.. είναι…τόσα χρόνια σας τα λέω. Έχουν δει εμένα τα μάτια μου… Και δεν σας τα είπα όλα. Οι Λιβάνηδες, τ’ αδέρφια της Γίτσας, τον παρακολουθούσαν καιρό χωρίς να το πουν στην αδερφή τους. Ο λεγάμενος, κάθε δεύτερο σαββατoκύριακο, έπαιρνε την διαολεμένη και την πήγαινε μια στη θάλασσα, μια εκδρομή στο βουνό, μια στο καζίνο κι άλλα τέτοια. Του τα μασούσε κανονικά η μάγισσα. Τέλος πάντων έγινε φασαρία μεγάλη.
-Δεν μπορώ να ακούσω άλλο, ανακατεύτηκα. Τι σαπίλα είναι αυτή, είπε η Λένα ανήμπορη να ακούσει περισσότερες λεπτομέρειες. Άντε, ας το διαλύσουμε να το κλείσω κι εγώ να πάω να ξαπλώσω.
-Αχ κι εσύ καψερό κάθεσαι και βασανίζεσαι με την χτένα κι είσαι μόνο δουλειά σπίτι.
-Πες της τα κυρά Σούλα μου.
Η Λένα έκλεισε την πόρτα του σπιτιού της και κοιτάχτηκε στον καθρέφτη της εισόδου. Όλη εκείνη η ομορφιά που έβλεπε μια ώρα πριν είχε εξαφανιστεί και την θέση της είχε πάρει ένας κλόουν που την κορόιδευε βγάζοντας την γλώσσα.
-Θα σου δείξω εγώ κύριε Πάνο κι όλους εσάς τους Πάνους που νομίζετε ότι είμαστε χαρτομάντιλα να σκουπίζεστε και να μας πετάτε στα σκουπίδια. Θα σας πω εγώ…
Ξάπλωσε καταστρώνοντας με προσοχή το σχέδιό της. Το ίδιο απόγευμα κιόλας στρώθηκε στην εξάσκηση στην τραπεζαρία με ένα πάκο χαρτιά κι ένα απλό στυλό.
Δύο εβδομάδες αργότερα, με γάντια της δουλειάς ξεκίνησε την χαρτοκοπτική και την καλλιγραφία με το αριστερό χέρι. Χωρίς δακτυλικά αποτυπώματα, χωρίς ίχνος dna και με αγνώριστο γραφικό χαρακτήρα. Φορώντας την μάσκα της δουλειάς περνούσε μερόνυχτα ολοκληρώνοντας το έργο της ώσπου πέρασε ο Αύγουστος κι ο Σεπτέμβρης κι έφτασε ο Οκτώβρης. Ο κόσμος άρχισε να μαζεύεται στα σπίτια του από νωρίς. Ήταν κατά τις είκοσι του μήνα όταν άρχισαν να χτυπούν τα τύμπανα του πολέμου. Κάθε βράδυ, για δεκαπέντε μέρες, κάποιος άγνωστος πετούσε φυλλάδια κάτω απ’ τις πόρτες δέκα με δώδεκα σπιτιών. Δεν ήταν φυλλάδια ότι να’ναι… Ήταν μαρτυρικά: ο άντρας σου ο τάδε σε απατάει με την τάδε από τότε… ενώ ακολουθούσαν και άλλες βασανιστικές λεπτομέρειες.
Κάθε μέρα για δυο βδομάδες γινόντουσαν ομηρικοί καυγάδες σε δέκα ή δώδεκα συγκεκριμένα σπίτια. Τα βράδια στα καφενεία οι άντρες είχαν αγριέψει. «Ποιος είναι αυτός ο πούστης που το κάνει αυτό στο χωριό μας;» Ουσιαστικά όλοι φοβόντουσαν για τον εαυτό τους μήπως ήταν ο επόμενος. «Δεν θα τον πιάσουμε; Να τον βρούμε και να τον πνίξουμε στο χαντάκι». Οι εικασίες για την ταυτότητα του μαρτυριάρη έδιναν κι έπαιρναν. Πολλοί ήταν οι πιθανοί δράστες αλλά και κανείς. Για να απευθυνθούν στην αστυνομία, ούτε λόγος. Να βάλουν τα χέρια τους και να βγάλουν τα μάτια τους οι ίδιοι;
Δυο βδομάδες αργότερα και μετά από εκατόν είκοσι σπίτια που είχαν προσβληθεί από τον «άγνωστο ιό της προδοσίας» το κακό σταμάτησε. Για δυο μέρες άντρες και γυναίκες ανάσαναν ανακουφισμένοι θεωρώντας πως το κακό πέρασε.
Την Κυριακή, κατά τις εννιά η ώρα, η εκκλησία ήταν κατάμεστη. Τότε ήταν που τα παιδιά που έπαιζαν έξω στο προαύλιο άρχισαν να μπαίνουν μέσα στον ναό φωνάζοντας. Όλοι γύρισαν απορημένοι τα κεφάλια τους. Τα παιδιά κρατούσαν στα χέρια τους φυλλάδια και τα διάβαζαν δυνατά.
-Βουλώστε το σκασμένα, ποιος σας τά ‘δωσε αυτά;
-Ένα αυτοκίνητο τα πέταξε στην αυλή, έχει κι άλλα, πολλά.
Μεμιάς το ποίμνιο ξεχύθηκε στην αυλή αφήνοντας σύξυλο τον παπά ο οποίος αναγκάστηκε να διακόψει την λειτουργία και να βγει τρέχοντας έξω ακολουθώντας τους ψαλτάδες του.
Χιλιάδες φυλλάδια ήταν σκορπισμένα στην αυλή της εκκλησίας και στην πλατεία δίπλα. Ήταν τυπωμένα σε εφτά διαφορετικά χρώματα και όλα είχαν την ίδια εντολή ως επικεφαλίδα: «Μπες στην εκκλησία και διάβασέ το δυνατά, τα παρακάτω ονόματα είναι οι κερατάδες του χωριού μας» και ακολουθούσαν ονοματεπώνυμα διαφορετικά σε κάθε χρώμα. Με αυτόν τον τρόπο είχε συμπεριλάβει όλους τους μοιχούς και τις μοιχαλίδες του χωριού.
Ο παπάς κοκκίνισε, η πίεση του ανέβηκε στο είκοσι.
-Γρήγορα όλοι μέσα, φώναξε. Αλλά ποιος να τον ακούσει. Έτρεξε στο μικρόφωνο, άνοιξε τα μεγάφωνα και με επιτακτικό τόνο τους κάλεσε όλους μέσα για να τελειώσουν μ’ αυτό το θέμα μια και καλή. Όταν γέμισε πάλι ο ναός, ο παπάς από τον άμβωνα τους μίλησε ήρεμα.
«Αυτό που έγινε σήμερα σβήστε το απ’ τη μνήμη σας. Βγάλτε το απ’ το μυαλό σας. Σαν να μην έγινε ποτέ. Μόνο έτσι θα απαλλαγούμε απ’ αυτόν τον αχρείο που μας προσβάλει τόσο άνανδρα. Αυτά τα φυλλάδια εξαφανίστε τα, κάψτε τα και μετά διαγράψτε όλη αυτή την ιστορία, μην την συζητήσετε με κανέναν, ούτε στο σπίτι, ούτε στο καφενείο, πουθενά, ούτε με συγγενείς σας από μακριά, δεν θα πείτε τίποτα, ποτέ σε κανέναν».
Έτσι κι έγινε. Κανείς παραέξω απ’ το χωριό δεν έμαθε τίποτα. Κάτι όμως είχε αλλάξει. Οι πρώτες που το παρατήρησαν ήταν οι γυναίκες του χωριού. Οι κερατούκληδες είχαν συμμαζευτεί και το χωριό έπαψε να είναι ένα μεγάλο κρεβάτι.
Βέβαια, υπήρχε και η μερίδα των διψασμένων και των απότιστων οι οποίοι αναγκάστηκαν να ξενιτευτούν. Να αναζητήσουν δροσιά δηλαδή στα κοντινά χωριά.
Όσο για τον δράστη; Ακόμα αναρωτιούνται και ακόμα τον ψάχνουν… στα κρυφά!


.jpeg)