Τρίτη 11 Αυγούστου 2026

DESPERATE HOUSIWIVES: COUNTRYSIDE EDITION 2

   Το πάθος τους πετούσε σπινθήρες κι άναβε φωτιές ακόμα κι έξω απ’ τα κλειστά παραθυρόφυλλα. Εκείνη, τριανταπεντάρα χήρα. Έχασε τον άντρα της προ διετίας σε ατύχημα στο βουνό. Εκείνος, παντρεμένος με δυο παιδιά. Εδώ κι έξι μήνες της ορκιζόταν ότι θα χωρίσει και θα ζήσουν μαζί στην κοντινή κωμόπολη. Ένα χρόνο τώρα βρισκόταν κρυφά σχεδόν κάθε βράδυ. Πολύ συχνά της έφερνε δώρα και καμιά φορά ξέκλεβε από κανένα σαββατοκύριακο για μια απόδραση ελευθερίας στη μεγαλούπολη καθώς η κατάσταση στο χωριό δυσκόλευε καθημερινά. Αυτός, ο άντρας, περίμενε να πάει δύο ή και τρεις καμιά φορά το βράδυ ώστε να ξεγλιστρήσει μέσα από τις σκιές και να περάσει απ’ το στενοσόκακο αθόρυβα για να φτάσει στην πίσω πόρτα της χήρας που τον περίμενε με σβηστό το φως. Να κρατήσει κανείς κάτι τέτοιο κρυφό στο χωριό ήταν ακατόρθωτο. Κι όμως αυτοί οι δυο τα είχαν καταφέρει. Ούτε τα ρόϊτερ – οι γριές που είναι κρεμασμένες στα παράθυρα- δεν είχαν πάρει χαμπάρι το παραμικρό.

  Εκείνο το βράδυ, η ας την πούμε Λένα, μάταια περίμενε καθισμένη στο τραπέζι της κουζίνας περιμένοντας να διακρίνει την σκιά του πίσω απ’ το τζαμάκι της πόρτας. Έβαλε μια βότκα πορτοκάλι, άναψε κι ένα τσιγάρο και περίμενε. Πήγε τρεις, τέσσερις, το τασάκι γέμισε αποτσίγαρα και το μπουκάλι της βότκας έφτασε στη μέση κι ο ας τον πούμε Τάκης, άφαντος. Την έζωσαν τα φίδια. Τι έγινε; Γιατί δεν ήρθε; Αν είχε συμβεί κάτι στη γυναίκα ή στα παιδιά του θα το είχε μάθει. Όχι, κάτι άλλο συμβαίνει. Όμως, τι; Μήπως τά ‘μπλεξε με καμιά άλλη; Α, μπα, κι αυτό θα το είχε μάθει. Όλα τα νέα του χωριού, τα μυστικά και τ’ απόκρυφα απ’ αυτήν περνούσαν πρώτα. Και, όσα δεν της έλεγαν οι πελάτισσές της, τα μάθαινε στήνοντας αυτί στις συζητήσεις τους. Αυτό δεν ήταν κομμωτήριο, πλυντήριο ψυχών ήτανε. Πού στο καλό εξαφανίστηκε όμως; Ρούφηξε με μανία την τελευταία τζούρα του τσιγάρου της και ξεφύσηξε φωτιές σαν δράκαινα.

  Το πρωί, άγρυπνη, με μαύρους κύκλους και μικρές ρυτίδες στις άκρες των ματιών της άνοιξε το μαγαζί απ’ τις οχτώ. Μόλις κοιτάχτηκε στον καθρέφτη συνειδητοποίησε τα χάλια της και στρώθηκε στο μακιγιάζ. Ξεκίνησε θέλοντας να κρύψει το ξενύχτι της αλλά εξελίχθηκε σε υπερπαραγωγή τηλεταινίας του ογδόντα. Μόλις είδε το αποτέλεσμα μερακλώθηκε και άλλαξε τα ρούχα της από την μικρή γκαρνταρόμπα που είχε στο μαγαζί για ώρα ανάγκης. Φόρεσε ένα μαύρο μεταλιζέ κολάν και μια μαύρη στενή μπλούζα με ανοιχτό μπούστο που τόνιζε τα κάλλη της.

  Άνοιξε την πόρτα του μαγαζιού, κάθισε στο ταμείο και άρχισε να λιμάρει τα νύχια της περιμένοντας το πρώτο ραντεβού της. Πράγματι, εννιά ακριβώς κατέφτασε η πρώτη πελάτισσα, μια δημοτική υπάλληλος που περνούσε για φρεσκάρισμα μέρα παρά μέρα. Μπήκε μέσα φουριόζα κι έκατσε στην καρέκλα. Μόνο μέσα από τον καθρέφτη πρόσεξε την Λένα.

-Καλέ πώς είσαι έτσι πρωί πρωί; Της ξέφυγε και το διόρθωσε αμέσως.

-Είσαι μια κούκλα. Ίδια η Ολίβια Νιούτον Τζον στο Γκριζ είσαι! Αχ, αναστέναξε βάζοντας το χέρι στο στήθος της, έναν Τραβόλτα σου εύχομαι και σύντομα!

-Απ’ το στόμα σου και στου Θεού τ’ αυτί κι ας μην είναι τέτοιος κούκλος.

-Για ποιον λέτε καλέ εσείς; Πετάχτηκε το πρώτο «ρόϊτερ» που σκούπιζε δήθεν έξω απ’ την πόρτα. Μόλις μυρίστηκε «ψωμί» παράτησε την σκούπα και μπήκε μέσα να μάθει το θέμα της συζήτησης.

-Για κανέναν κυρά Σούλα, της απάντησε η πελάτισσα, έλεγα στη Λένα πως τέτοια κούκλα που είναι της αξίζει να βρει έναν όμορφο άντρα. Κρίμα είναι να χαραμίζει τα νιάτα της στα μαύρα.

-Α, αυτό λέγατε… Κι εγώ νόμιζα πως μάθατε τα χθεσινά… κούνησε το κεφάλι της με νοερά αποσιωπητικά θέλοντας να προσδώσει μια νότα μυστηρίου σ’ αυτό που είχε να ανακοινώσει.

-Ποια χθεσινά κυρά Σούλα; Τι έγινε;

-Καλά δεν ακούσατε τίποτα; Ξεσηκώθηκε όλη η γειτονιά στην πάνω ρεματιά.

-Πού να ακούσω εγώ, είπε η Λένα, κλεισμένη στους τέσσερις τοίχους…

-Αμ εγώ που μένω στην κάτω μεριά; Πώς να τα μάθω; Τι θα γίνει όμως; Θα μας πεις τα νέα ή θα μας βγάλεις την ψυχή;

-Να, κι εγώ δεν τα ξέρω από πρώτο χέρι, άγρια χαράματα, στις πέντε το πρωί με πήρε τηλέφωνο η Γωγούλα του Στάθη που μένει δίπλα και μου τα είπε…

-Λοιπόν;

-Ε, δίπλα στην Γωγούλα δεν μένει εκείνη η ξένη, η παστρικιά, η ζωντοχήρα που την σπίτωσε ο Μίμης και τον έστειλε αδιάβαστο;

Οι άλλες δύο ένευσαν καταφατικά με αγωνία μην τολμώντας να διακόψουν τον ειρμό της.

Η κυρά Σούλα κοίταξε τις δυο γυναίκες στα μάτια κι αφού βεβαιώθηκε πως είχε την αμέριστη προσοχή τους, συνέχισε.

-Ήταν κατά τις δύο τα μεσάνυχτα όταν είδε έναν άντρα στα μαύρα σαν σκιά να μπαίνει στο σπίτι της. Στην αρχή νόμιζε ότι ήταν κλέφτης και γι΄ αυτό περίμενε να δει τι θα γίνει. Μετά από λίγο, είδε άλλους τρεις να κρύβονται απέναντι στο δρομάκι μέσα στα χαλάσματα του μπαρμπα Μανώλη. Η καημένη η Γωγούλα κατατρόμαξε, κόντεψε να την πιάσει η καρδιά της. Πήρε τηλέφωνο την κόρη της την Μαίρη κι εκείνη κάλεσε την αστυνομία.

-Σώπα!

-Τι λες κυρά Σούλα; Έγιναν τέτοια πράγματα; Είπε η Λένα που άρχισε να αισθάνεται τους ψύλλους στα αυτιά της.

-Και πού ν’ ακούσετε και παρακάτω…

-Για πες… είπε η πελάτισσα που τελείωσε το φρεσκάρισμα στα μαλλιά της αλλά δεν την ένοιαζε πλέον αν θ’ αργούσε στη δουλειά της.

-Η αστυνομία δεν ήρθε με το περιπολικό στο σπίτι της λεγάμενης. Το άφησαν στην πλατεία και ήρθαν με τα πόδια. Δύο απ’ την πίσω μεριά του μπαρμπα Μανώλη που έπιασαν εκείνους τους τρεις που είχαν κρυφτεί εκεί, ένας ακόμα που χτύπησε την μπροστινή πόρτα της ζωντοχήρας κι ένας που περίμενε από πίσω. Μόλις άνοιξε η προκομμένη, ο άλλος πήγε να φύγει από πίσω και τον μπαγλάρωσαν κι αυτόν.

-Έλα, έγιναν όλα αυτά στο χωριό μας;

-Και τι έγινε τελικά; Ήταν κλέφτες; Την Λένα άλλο την έκαιγε…

-Αμ δε που ήταν κλέφτες… Μακάρι να ήταν γιατί έτσι θα τελείωναν όλα… Ακούστε, τον Παναγή, τον Πάνο καλέ, της Γίτσας τον ξέρετε..

-Ναι, τι μ’ αυτόν; Ρώτησε η πελάτισσα ενώ η Λένα κρατούσε την ανάσα της μην της ξεφύγει καμιά χριστοπαναγία.

-Αυτός, εδώ κι έναν χρόνο περίπου δυο τρεις φορές τη βδομάδα αφού κοίμιζε τη γυναίκα και τα παιδιά του ξεπόρτιζε. Έχει καιρό που κάτι είχε καταλάβει η Γίτσα κι έβαλε τ’ αδέρφια της να τον παρακολουθήσουν. Ε, τον παρακολούθησαν. Αυτούς έπιασαν στα χαλάσματα του μπαρμπα Μανώλη που περίμεναν τον λεγάμενο να βγει από της ζωντοχήρας. Ήταν μέσα και την κουτούπωνε ο ακατανόμαστος, το ‘κανε και Πάνος π’ ανάθεμά τον!

-Θεέ και κύριε!

-Αν είναι δυνατόν!

-Είναι.. είναι…τόσα χρόνια σας τα λέω. Έχουν δει εμένα τα μάτια μου… Και δεν σας τα είπα όλα. Οι Λιβάνηδες, τ’ αδέρφια της Γίτσας, τον παρακολουθούσαν καιρό χωρίς να το πουν στην αδερφή τους. Ο λεγάμενος, κάθε δεύτερο σαββατoκύριακο, έπαιρνε την διαολεμένη και την πήγαινε μια στη θάλασσα, μια εκδρομή στο βουνό, μια στο καζίνο κι άλλα τέτοια. Του τα μασούσε κανονικά η μάγισσα. Τέλος πάντων έγινε φασαρία μεγάλη.

-Δεν μπορώ να ακούσω άλλο, ανακατεύτηκα. Τι σαπίλα είναι αυτή, είπε η Λένα ανήμπορη να ακούσει περισσότερες λεπτομέρειες. Άντε, ας το διαλύσουμε να το κλείσω κι εγώ να πάω να ξαπλώσω.

-Αχ κι εσύ καψερό κάθεσαι και βασανίζεσαι με την χτένα κι είσαι μόνο δουλειά σπίτι.

-Πες της τα κυρά Σούλα μου.

  Η Λένα έκλεισε την πόρτα του σπιτιού της και κοιτάχτηκε στον καθρέφτη της εισόδου. Όλη εκείνη η ομορφιά που έβλεπε μια ώρα πριν είχε εξαφανιστεί και την θέση της είχε πάρει ένας κλόουν που την κορόιδευε βγάζοντας την γλώσσα.

-Θα σου δείξω εγώ κύριε Πάνο κι όλους εσάς τους Πάνους που νομίζετε ότι είμαστε χαρτομάντιλα να σκουπίζεστε και να μας πετάτε στα σκουπίδια. Θα σας πω εγώ…

Ξάπλωσε καταστρώνοντας με προσοχή το σχέδιό της. Το ίδιο απόγευμα κιόλας στρώθηκε στην εξάσκηση στην τραπεζαρία με ένα πάκο χαρτιά κι ένα απλό στυλό.

  Δύο εβδομάδες αργότερα, με γάντια της δουλειάς ξεκίνησε την χαρτοκοπτική και την καλλιγραφία με το αριστερό χέρι. Χωρίς δακτυλικά αποτυπώματα, χωρίς ίχνος dna και με αγνώριστο γραφικό χαρακτήρα. Φορώντας την μάσκα της δουλειάς περνούσε μερόνυχτα ολοκληρώνοντας το έργο της ώσπου πέρασε ο Αύγουστος κι ο Σεπτέμβρης κι έφτασε ο Οκτώβρης. Ο κόσμος άρχισε να μαζεύεται στα σπίτια του από νωρίς. Ήταν κατά τις είκοσι του μήνα όταν άρχισαν να χτυπούν τα τύμπανα του πολέμου. Κάθε βράδυ, για δεκαπέντε μέρες, κάποιος άγνωστος πετούσε φυλλάδια κάτω απ’ τις πόρτες δέκα με δώδεκα σπιτιών. Δεν ήταν φυλλάδια ότι να’ναι… Ήταν μαρτυρικά: ο άντρας σου ο τάδε σε απατάει με την τάδε από τότε… ενώ ακολουθούσαν και άλλες βασανιστικές λεπτομέρειες.

  Κάθε μέρα για δυο βδομάδες γινόντουσαν ομηρικοί καυγάδες σε δέκα ή δώδεκα συγκεκριμένα σπίτια. Τα βράδια στα καφενεία οι άντρες είχαν αγριέψει. «Ποιος είναι αυτός ο πούστης που το κάνει αυτό στο χωριό μας;» Ουσιαστικά όλοι φοβόντουσαν για τον εαυτό τους μήπως ήταν ο επόμενος. «Δεν θα τον πιάσουμε; Να τον βρούμε και να τον πνίξουμε στο χαντάκι». Οι εικασίες για την ταυτότητα του μαρτυριάρη έδιναν κι έπαιρναν. Πολλοί ήταν οι πιθανοί δράστες αλλά και κανείς. Για να απευθυνθούν στην αστυνομία, ούτε λόγος. Να βάλουν τα χέρια τους και να βγάλουν τα μάτια τους οι ίδιοι;

  Δυο βδομάδες αργότερα και μετά από εκατόν είκοσι σπίτια που είχαν προσβληθεί από τον «άγνωστο ιό της προδοσίας» το κακό σταμάτησε. Για δυο μέρες άντρες και γυναίκες ανάσαναν ανακουφισμένοι θεωρώντας πως το κακό πέρασε.

  Την Κυριακή, κατά τις εννιά η ώρα, η εκκλησία ήταν κατάμεστη. Τότε ήταν που τα παιδιά που έπαιζαν έξω στο προαύλιο άρχισαν να μπαίνουν μέσα στον ναό φωνάζοντας. Όλοι γύρισαν απορημένοι τα κεφάλια τους. Τα παιδιά κρατούσαν στα χέρια τους φυλλάδια και τα διάβαζαν δυνατά.

-Βουλώστε το σκασμένα, ποιος σας τά ‘δωσε αυτά;

-Ένα αυτοκίνητο τα πέταξε στην αυλή, έχει κι άλλα, πολλά.

Μεμιάς το ποίμνιο ξεχύθηκε στην αυλή αφήνοντας σύξυλο τον παπά ο οποίος αναγκάστηκε να διακόψει την λειτουργία και να βγει τρέχοντας έξω ακολουθώντας τους ψαλτάδες του.

Χιλιάδες φυλλάδια ήταν σκορπισμένα στην αυλή της εκκλησίας και στην πλατεία δίπλα. Ήταν τυπωμένα σε εφτά διαφορετικά χρώματα και όλα είχαν την ίδια εντολή ως επικεφαλίδα: «Μπες στην εκκλησία και διάβασέ το δυνατά, τα παρακάτω ονόματα είναι οι κερατάδες του χωριού μας» και ακολουθούσαν ονοματεπώνυμα διαφορετικά σε κάθε χρώμα. Με αυτόν τον τρόπο είχε συμπεριλάβει όλους τους μοιχούς και τις μοιχαλίδες του χωριού.

Ο παπάς κοκκίνισε, η πίεση του ανέβηκε στο είκοσι.

-Γρήγορα όλοι μέσα, φώναξε. Αλλά ποιος να τον ακούσει. Έτρεξε στο μικρόφωνο, άνοιξε τα μεγάφωνα και με επιτακτικό τόνο τους κάλεσε όλους μέσα για να τελειώσουν μ’ αυτό το θέμα μια και καλή. Όταν γέμισε πάλι ο ναός, ο παπάς από τον άμβωνα τους μίλησε ήρεμα.

«Αυτό που έγινε σήμερα σβήστε το απ’ τη μνήμη σας. Βγάλτε το απ’ το μυαλό σας. Σαν να μην έγινε ποτέ. Μόνο έτσι θα απαλλαγούμε απ’ αυτόν τον αχρείο που μας προσβάλει τόσο άνανδρα. Αυτά τα φυλλάδια εξαφανίστε τα, κάψτε τα και μετά διαγράψτε όλη αυτή την ιστορία, μην την συζητήσετε με κανέναν, ούτε στο σπίτι, ούτε στο καφενείο, πουθενά, ούτε με συγγενείς σας από μακριά, δεν θα πείτε τίποτα, ποτέ σε κανέναν».

Έτσι κι έγινε. Κανείς παραέξω απ’ το χωριό δεν έμαθε τίποτα. Κάτι όμως είχε αλλάξει. Οι πρώτες που το παρατήρησαν ήταν οι γυναίκες του χωριού. Οι κερατούκληδες είχαν συμμαζευτεί και το χωριό έπαψε να είναι ένα μεγάλο κρεβάτι.

 Βέβαια, υπήρχε και η μερίδα των διψασμένων και των απότιστων οι οποίοι αναγκάστηκαν να ξενιτευτούν. Να αναζητήσουν δροσιά δηλαδή στα κοντινά χωριά.

 Όσο για τον δράστη; Ακόμα αναρωτιούνται και ακόμα τον ψάχνουν… στα κρυφά!


Τρίτη 14 Ιουλίου 2026

DESPERATE HOUSIWIVES: COUNTRYSIDE EDITION 1

 -Τι κάνεις εκεί, μαρή;

-Λύνω σταυρόλεξο.

-Από πότε;

-Είπε το chat gpt ότι ακονίζει τον εγκέφαλο.

-Τον ποιον; Έχεις μήπως;

-Άει μαρή…

-Άντε, βάλε έναν καφέ γιατί έχω πολλή δουλειά μετά…

-Καλά αλλά πρώτα για δες εδώ, πρωτεύουσα του νομού Πέλλας λέει και δεν μου ταιριάζει.

-Τι δεν σου ταιριάζει;

-Ε, να, βάζω Γιαννιτσά και δεν ταιριάζει.

-Πώς να ταιριάξει μαρή; Η Έδεσσα είναι πρωτεύουσα του νομού Πέλλας.

-Μαρ’ τι μας λες; Δεν ξέρω εγώ; Το νοσοκομείο στα Γιαννιτσά είναι μεγαλύτερο από της Έδεσσας. Δεν θυμάσαι όταν πήγαμε να δούμε την κουνιάδα της Τασούλας;

-Κι επειδή έχει μεγαλύτερο νοσοκομείο πάει να πει ότι είναι και πρωτεύουσα;

-Ε, ναι, τι; Δεν είναι;

-Άει χάσου και τράβα κάνε τον καφέ.

Η Κούλα σηκώθηκε κατσουφιασμένη για τον καφέ.

-Τι δουλειές έχεις μετά και βιάζεσαι τόσο;

-Τώρα μόλις έφυγε ένα ζευγάρι και περιμένω μια οικογένεια τεσσάρων για το μεσημέρι και πρέπει να ετοιμάσω τα δωμάτια.

-Αχ, βρε Ντόνα, πολύ κουράζεσαι μ’ αυτά τα ξενικά.

-Ποια ξενικά, μαρή;

-Ξενώνα δεν έχεις; Τα ξενικά δεν είναι οι δουλειές του ξενώνα;

-Ναι, καλά… Δίκιο είχε η μάνα σου που πλήρωσε τον δάσκαλο για να πάρεις απολυτήριο δημοτικού.

-Όχι, σαν κι εσένα… Ας μην ήταν γκομενιάρης ο μαθηματικός και θα ‘βλεπες απολυτήριο γυμνασίου.

-Καλά δώσε τον καφέ τώρα κι άσ’ τα αυτά. Περσινά ξινά σταφύλια.

-Όχι ξινά, ξύδια φιλενάδα.

-Μαρή Κούλα, ξέρεις τι σκεφτόμουνα;

-Σκεφτόσουνα; Πότε πρόλαβες; Στο χρωστούσα…

-Σκάσε κι άκου. Τι θά ‘λεγες να πηγαίναμε Θεσσαλονίκη για ψώνια;

-Τι ψώνια;

-Να, ρούχα, παπούτσια, τέτοια. Να χαζέψουμε τις βιτρίνες, να πάμε για καφέ, για φαγητό, να φύγουμε το πρωί και να γυρίσουμε το βράδυ.

-Άει μαρή, χαζάθηκες ντιπ; Πού θ’ αφήσεις εσύ τα δωμάτια κι εγώ τα σκασμένα;

-Θα το κανονίσουμε μια μέρα που να είμαι ελεύθερη εγώ κι εσύ άσε τα παιδιά στην κυρά Βάγια.

-Αν της το πω εγώ δεν θα τα κρατήσει. Αν της το ζητήσεις εσύ όμως, για γιατρό να πεις, θα τα κρατήσει.

-Ωραία, το κανονίσαμε.

-Για πότε λες;

-Ε, από βδομάδα. Θα δω ποια μέρα βολεύει και θα σου πω.

-Καλά, τι να βάλω για να πάμε;

-Πού να ξέρω; Βάλε ότι θες, κάτι άνετο.

-Το νυχτικό μου;

-Ε, άντε από ‘κει, είσαι όμως ώρες ώρες…

-Εσύ είσαι…

-Τι είμαι;

-Αυτό που λες…

-Ό,τι πεις, γι’ αυτό σ’ έχω φιλενάδα.

-Και δεν μου λες Ντόνα, τι θα πάρουμε; Τι έχεις βάλει στο μάτι;

-Θα σου πω αλλά κουβέντα πουθενά, μην το μάθουν κι οι άλλες και γεμίσει όλο το χωριό…

-Φερμουάρ ζάμα, έκανε η Κούλα ράβοντας με μια χειρονομία το στόμα της.

-Λοιπόν, εγώ θέλω να πάρω μία τσιντσιλά.

-Τι είναι αυτό;

-Γούνα είναι μαρή, γούνα αληθινή. Τώρα με τα οικολογικά και τα βιολογικά οι τιμές έχουν πέσει στα τάρταρα.

-Α, πα πα πα! Γούνα αληθινή λέει… Και δεν φοβάσαι μη σου ρίξουν κανέναν κουβά με μπογιά επάνω στη γούνα;

-Άντε καλέ, πού να γίνει αυτό; Στον γάμο του Σαμάκουλα;

-Α, για ‘κει την θες τη γούνα…

-Αμ για πού; Για την Κυριακή στην εκκλησία;

-Πότε θα το χωνέψεις μαρή; Την Ροδιά παντρεύτηκε κι έχουν περάσει τόσα χρόνια. Ακόμα σε καίει;

-Ε, δεν με καίει κιόλας αλλά έχω κι εγώ τον εγωισμό μου. Να δει τι έχασε… Την είδες την Ροδιά τελευταία; Είδες πώς πάχυνε; Σαν σκρόφα έγινε…

-Ναι αλλά μήπως η γούνα θα σε παχαίνει κι εσένα;

-Τι λες μαρή; Κοίτα εδώ κορμάρα… Πόσο να με παχαίνει;

-Δεν ξέρω θα δούμε όταν θα την δοκιμάσεις. Να ξέρεις, αν σε παχαίνει θα στο πω…

-Γι’ αυτό σε θέλω μαζί μου.

-Και να ξέρεις, εγώ πολλά λεφτά δεν έχω, άντε να πάρω κανένα φορεματάκι το πολύ.

-Ποιος μίλησε για λεφτά μαρή;

-Γιατί στη Θεσσαλονίκη τσάμπα τα δίνουν;

-Όϊ μαρή, δεν θα ψωνίσουμε με λεφτά, με την κάρτα θα τα πάρουμε…

-Άει μαρή, εκείνος ο μαθηματικός φταίει που σου έδωσε το απολυτήριο!

-Γιατί; Πού τον θυμήθηκες πάλι;

-Άντε τράβα να ετοιμάσεις τα δωμάτια και πάρε κι αυτό, είπε δίνοντάς της το σταυρόλεξο.

-Τι να το κάνω;

-Ν’ ακονίσεις το μυαλό σου, εσένα σου χρειάζεται περισσότερο.


Τρίτη 10 Μαρτίου 2026

Η ΠΑΓΊΔΑ

 

ΕΙΣΑΓΩΓΉ

   Η οικογένεια Φιλίππου κατοικούσε σε ένα μεγάλο αστικό κέντρο. Οι δρόμοι που περνούσαν κάτω από το μπαλκόνι τους ήταν πολύβουοι, μέρα και νύχτα. Ήταν μια ευτυχισμένη τριμελής οικογένεια. Η μητέρα εργαζόταν σε ένα νοσοκομείο της πόλης ενδυναμώνοντας το νοσηλευτικό προσωπικό, ενώ ο πατέρας εργαζόταν από το σπίτι ως λογιστής για μια επιχείρηση ένδυσης. Ο γιος τους σύντομα θα ξεκινούσε την πέμπτη δημοτικού. Ο χαρακτήρας του αγοριού είχε δώσει δείγματα υπευθυνότητας που άρμοζαν σε παιδιά μεγαλύτερα από την ηλικία του κι έτσι οι γονείς του είχαν αποφασίσει πως είχε έρθει η ώρα να πηγαίνει στο σχολείο μόνος του. Το σχολείο απείχε μόλις τρία τετράγωνα από το σπίτι τους. Ενδιάμεσα υπήρχε ένα πάρκο που τα δέντρα και η χλόη του έσπαζαν την μονοτονία του γκρίζου των γύρω πολυκατοικιών και αποτελούσε σημείο συνάντησης της νεολαίας της γειτονιάς. Παρά την εμπιστοσύνη που έδειχναν οι γονείς στον μικρό, του είχαν αγοράσει ένα smartwatch με ενσωματωμένο GPS. Ο πατέρας κατέβασε την εφαρμογή στο κινητό τηλέφωνό του και σύνδεσε το smartwatch. Έπειτα, οι γονείς έδειξαν στον μικρό πως να πραγματοποιεί κλήσεις σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης. Δεν ήθελαν να του αγοράσουν δικό του κινητό τηλέφωνο γιατί δεν θεωρούσαν σωστή τακτική διαπαιδαγώγησης την ανάθεση της δουλειάς τους σε μια οθόνη. Το ίδιο απόγευμα, όταν ο γιος του με την μητέρα του πήγαν βόλτα στο πάρκο, ο πατέρας τσέκαρε την ορθή λειτουργεία του ρολογιού τελευταίας τεχνολογίας η οποία ήταν άψογη.

   Την πρώτη εβδομάδα του σχολείου, κάθε πρωί ο πατέρας του μικρού τον έπαιρνε στο κατόπι για να βεβαιωθεί πως όλα ήταν καλά, πως ο γιος του ήταν ασφαλής, πως ήξερε να περνάει τους δρόμους δίχως να θέτει τον εαυτό του σε κίνδυνο και πως έφτανε στον προορισμό του αβλαβής. Το άγχος του πατέρα ήταν απερίγραπτο. Μόνο ένας γονιός μπορούσε να το καταλάβει. Κάθε πρώτη φορά που αφήνεις το παιδί σου να κάνει κάτι μόνο του κυριαρχούν μέσα σου μια ανείπωτη χαρά και ένας αδηφάγος τρόμος. Νιώθεις χαρά βλέποντας την εξέλιξη ενός ανθρώπου να ξεδιπλώνεται μπροστά στα μάτια σου και είσαι ο ίδιος υπεύθυνος για αυτήν. Αισθάνεσαι περήφανος για την αυτοπεποίθηση που έχει το παιδί σου και για όλα τα εργαλεία με τα οποία το έχεις εξοπλίσει. Παράλληλα τρόμος για τα πάντα. Για όλα όσα θα μπορούσαν να πάνε λάθος. Από το μικρότερο, να πέσει κατά λάθος και να γρατσουνιστεί μέχρι το χειρότερο σενάριο, να το απαγάγουν και να μην το ξαναδείς ποτέ. Ως γονείς είχαν εκπαιδεύσει τον γιο τους σωστά. Στο τέλος της εβδομάδας που ο τρόμος είχε κάπως καταλαγιάσει, άρχισε να τσεκάρει το GPS από το ρολόι του γιου του αντί να τον παρακολουθεί.

   Είχε περάσει κοντά ένας μήνας από το άνοιγμα των σχολείων. Το παιδί ακολουθούσε μια σίγουρη διαδρομή. Μετά το σχόλασμα κάποιες φορές έκανε στάση στο πάρκο που βρισκόταν ανάμεσα στο σχολείο και το σπίτι του. Την πρώτη φορά που έκανε αυτή την στάση είχε ειδοποιήσει τους γονείς του από την προηγούμενη ημέρα κι έτσι ο πατέρας του ήλεγχε το GPS στην εφαρμογή του κάθε λίγα δευτερόλεπτα πιστεύοντας πως έτσι θα καταπολεμούσε το άγχος του. Έβλεπε μια κουκίδα στον χάρτη. Αυτό ήταν ο γιός του, μια κουκίδα που κινούταν πάνω - κάτω σε ένα πράσινο κομμάτι. Λογικά θα έπαιζε κυνηγητό με τα παιδιά του σχολείου του, υπέθεσε ο πατέρας από την κίνηση της κουκίδας. Από εκείνη την ημέρα και ύστερα η στάση στο πάρκο γινόταν πιο συχνά με το άγχος του πατέρα κάθε φορά να μένει το ίδιο. Του πρόσφερε όμως μια παρηγοριά η κουκίδα που κινούταν στον χάρτη κάθε φορά που κοιτούσε την εφαρμογή στο τηλέφωνό του.

ΚΕΦ.1

   Η γυναίκα του γύρισε εξαντλημένη από την νυχτερινή της βάρδια στο νοσοκομείο. Στο σπίτι της επικρατούσε ακόμα ησυχία. Έβγαλε τα παπούτσια της στην είσοδο και κατευθύνθηκε στην κουζίνα. Έβγαλε από το ψυγείο αυγά, γάλα και ψωμί. Έσπασε τα αυγά σε ένα βαθύ μπολ και άρχισε να τα χτυπάει. Σε ένα άλλο μπολ άδειασε λίγο γάλα. Έβαλε ένα τηγάνι στην εστία της κουζίνας που την είχε ανάψει. Πήρε μια φέτα ψωμί την βούτηξε στο γάλα μετά στο αυγό και τέλος την έριξε στο τηγάνι. Μόλις το ψωμί ρόδισε κι από τις δύο πλευρές το έβγαλε από το σκεύος και το τοποθέτησε σε ένα πιάτο. Επανέλαβε την διαδικασία ετοιμάζοντας αρκετές φέτες ψωμί ακόμα. Μόλις τελείωσε, στις μισές άπλωσε μέλι και τις υπόλοιπες τις σέρβιρε με τυριά και αλλαντικά σε ένα δεύτερο πιάτο αφήνοντάς τα όλα μαζί στο τραπέζι της κουζίνας. Άνοιξε ένα από τα ντουλάπια βγάζοντας ένα μπρίκι για να ετοιμάσει τον καφέ του άντρα της που σύντομα θα ξυπνούσε. Ένιωσε ένα χάδι στην πλάτη της που έστειλε ρίγη ανατριχίλας σε όλο της το σώμα. Γύρισε απότομα το κορμί της μα η κουζίνα ήταν άδεια. Το απέδωσε στην κούραση και ξεκίνησε να φτιάχνει τον καφέ. Άκουσε βήματα πίσω της και γύρισε για άλλη μια φορά αντικρίζοντας τον άντρα της που μόλις είχε ξυπνήσει.

   Την φίλησε απαλά στο μάγουλο και την ευχαρίστησε για το πρωινό που είχε ετοιμάσει. Πήρε την κούπα με τον καφέ από τα χέρια της και την έστειλε για ύπνο. Πριν πάει στο υπνοδωμάτιό τους, την άκουσε να μπαίνει στο δωμάτιο του γιού της για να του ψιθυρίσει λόγια μητρικής αγάπης και στοργής. Έπινε τον καφέ του καθώς παρατήρησε κάτι περίεργο στην ατμόσφαιρα, ήταν κάπως βαριά, μουντή. Ίσως να τον είχε επηρεάσει η θέα από το παράθυρο της κουζίνας. Μαύρα σύννεφα είχαν απλωθεί στον ουρανό προμηνύοντας την καταιγίδα που πλησίαζε απειλητικά. Ο γιος του μπήκε στην κουζίνα τραβώντας τον μακριά από τις σκέψεις του. Άρπαξε με τα δαχτυλάκια του σαν σκανταλιάρικο καλικαντζαράκι μια αυγόφετα με μέλι κι άρχισε να την κατασπαράζει. Με τα χέρια γεμάτα μέλι αφού τελείωσε με την πρώτη σέρβιρε στον εαυτό του και δεύτερη. Ήπιε το γάλα του και μόλις τελείωσε το φαγοπότι έτρεξε στο μπάνιο να πλυθεί και να ντυθεί για το σχολείο. Καμάρωνε που ο γιος του ήταν τόσο ανεξάρτητος. Πέρασαν μόλις λίγα λεπτά όταν άκουσε πάλι τον χαρωπό βηματισμό του γιου του. Βγήκε από την κουζίνα στο χολ όπου ο γιος του φορούσε τα παπούτσια του. Δυσκολευόταν ακόμα με τα κορδόνια αλλά ήταν πολύ πεισματάρης για να δεχτεί βοήθεια. Αφού κατάφερε και τα έδεσε ακολουθώντας τις οδηγίες του πατέρα του, που κι αυτές με δυσκολία τις δέχτηκε, τον χαιρέτησε αγκαλιάζοντάς τον σφιχτά, λέγοντάς του πως τον αγαπά πολύ. Έκλεισε την πόρτα πίσω του ενώ ο πατέρας του έβγαζε το κινητό από την τσέπη της πιτζάμας του για να ανοίξει την εφαρμογή που ήταν συνδεδεμένο το GPS.

ΚΕΦ. 2

  Πολλές φορές όσο δούλευε άφηνε ανοιχτή την εφαρμογή στο κινητό του και το τοποθετούσε δίπλα στην οθόνη του υπολογιστή ώστε να το κοιτάζει όποτε ήθελε. Η κουκίδα τα πρωινά περιοριζόταν στο έδαφος που καταλάμβανε το σχολείο στον χάρτη. Μια φορά, λίγο μετά την έναρξη του μαθήματος, είδε την κουκίδα να βγαίνει από την περίμετρο του σχολείου και να κατευθύνεται προς την αντίθετη πλευρά από το σπίτι τους. Γνώριζε πως ο γιος του θα πήγαινε εκδρομή με το σχολείο σε κάποιο μουσείο αλλά όσο η πινέζα με την τοποθεσία του γιου του απομακρυνόταν από την δική του τοποθεσία τόσο περισσότερο ένιωθε να πνίγεται και να ασφυκτιά. Γύρισε τα μάτια του στην οθόνη του υπολογιστή που είχε ανοίξει διάφορα λογιστικά φύλλα ενημερώνοντας έσοδα, έξοδα και μισθοδοσίες. Προσπάθησε να συγκεντρωθεί αλλά το ψιλόβροχο που χτυπούσε στο τζάμι δεν τον βοηθούσε καθόλου.

  Την είχε πάρει ο ύπνος σχετικά γρήγορα. Το τελευταίο πράγμα που άκουσε πριν κοιμηθεί ήταν το χαρωπό βήμα του γιου της. Το ζεστό ντους που είχε κάνει πριν ξαπλώσει την είχε χαλαρώσει πλήρως. Τα όνειρά της, όμως, της έκρουαν τους κώδωνες του κινδύνου. Στην αρχή ήρθε ο πατέρας της, τον είχε χάσει όταν ήταν ακόμα κοριτσάκι. Τον είδε ψηλό και καλοντυμένο αλλά με γυμνά πόδια. Προσπαθούσε να της μιλήσει αλλά αυτή δεν τον άκουγε. Άνοιξε τα μάτια της για λίγα δευτερόλεπτα κι άκουσε τη βροχή που χτυπούσε στο τζάμι του υπνοδωματίου. Σύντομα ξανακοιμήθηκε. Αυτή τη φορά την επισκέφθηκε η γιαγιά της, η μητέρα της μητέρας της που την έχασε μια πενταετία πριν. Ήταν λυπημένη, μαυροντυμένη κι έκλαιγε. Άνοιξε τα μάτια της για άλλη μια φορά κι άλλαξε πλευρό ελπίζοντας να μην έρθει άλλος νεκρός στον ύπνο της.

   Το φως στο γραφείο του ήταν λιγοστό κι ας ήταν πρωί. Άναψε το μικρό φωτιστικό που βρισκόταν πάνω στην ξύλινη επιφάνεια και έγειρε πίσω στην δερμάτινη καρέκλα. Έπιασε την κούπα να πιεί μια γουλιά καφέ συνειδητοποιώντας πως είχε τελειώσει. Σηκώθηκε τεντώνοντας το σώμα του και βημάτισε αργά στην κουζίνα. Έπλυνε το μπρίκι και ξεκίνησε να φτιάχνει τον καφέ του. Μέχρι αυτός να ετοιμαστεί, έπλυνε όσο πιο αθόρυβα μπορούσε τα λιγοστά πιάτα από το πρωινό. Έβγαλε από τη φωτιά το μπρίκι με τον καφέ που είχε φουσκώσει και τον έχυσε σε μια καθαρή κούπα. Ήπιε μια καυτή γουλιά και επέστρεψε στο γραφείο του. Μόλις έκατσε, ανανέωσε την εφαρμογή στο κινητό του. Ο γιος του ήταν στο σχολείο και κρίνοντας από την κουκίδα που τον αντιπροσώπευε μάλλον είχε γυμναστική καθώς κινούταν περιμετρικά της αυλής του σχολείου σαν να τρέχει. Συνέχισε την εργασία του λίγο πιο ξέγνοιαστος και με περισσότερη αφοσίωση από πριν.

ΚΕΦ. 3

   Η ώρα είχε περάσει σχετικά γρήγορα. Το ρολόι έγραφε 12:30, σε μισή ώρα σχολούσε ο γιος του. Ο ίδιος είχε τελειώσει ένα μεγάλο κομμάτι της εργασίας που του είχαν αναθέσει. Άκουσε την γυναίκα του στο δωμάτιο να στριφογυρνάει στο κρεβάτι για πολλοστή φορά. Φαντάστηκε πως ο ύπνος της ήταν κακός από την ταλαιπωρία. Τον τελευταίο μήνα σχεδόν όλες της οι βάρδιες ήταν νυχτερινές. Αυτές οι βάρδιες πληρωνόταν διπλά αλλά και το τίμημα ήταν μεγάλο. Η γυναίκα του ζούσε σαν βαμπίρ. Δεν μπορούσε να χαρεί τίποτα, ούτε μια βόλτα με τον μικρό, ούτε λίγο χρόνο μόνοι τους. Στον βωμό της οικονομικής άνεσης, η γυναίκα του θυσίαζε υπερβολικά πολλά. Δεν τον πείραζε να μαγειρεύει, να πλένει ρούχα και να κρατάει το σπίτι όσο πιο καθαρό μπορούσε, έτσι κι αλλιώς έκανε αυτές τις δουλειές. Αυτό που τον ενοχλούσε ήταν πως δεν μπορούσε να χαρεί την γυναίκα του. Φοβόταν γι’ αυτήν που καταπονούσε τον εαυτό της τόσο πολύ. Τον προηγούμενο μήνα της είχε προτείνει να ψάξει ο ίδιος για δεύτερη δουλειά αλλά εκείνη ήταν αρνητική. Το επιχείρημά της, που δεν ήταν και λάθος, ήταν πως θα έλειπε υπερβολικά πολλές ώρες και πως ότι εξτρά χρήματα θα εξοικονομούσαν και οι δυο τους, αναγκαστικά θα πήγαιναν σε κάποια νταντά. Μπορεί ο γιος τους να ήταν πανέξυπνος, υπεύθυνος και όσο γινόταν ανεξάρτητος αλλά κανείς τους δεν ένιωθε άνετα να τον αφήνουν για αρκετές ώρες μόνο του στο σπίτι. Κάτι το οποίο του είχαν μάθει φυσικά και τον είχαν εμπιστευθεί μόνο του στο σπίτι αλλά όχι για παραπάνω από μια ώρα. Του είχαν πει να έχει συνέχεια κλειδωμένη την πόρτα και ασφαλισμένη με τον σύρτη. Να μην ανοίξει σε κανέναν την πόρτα του διαμερίσματος, ακόμα κι αν είναι οι γείτονες τους οποίους γνώριζε. Αν χτυπήσει το θυροτηλέφωνο να δει από την ενσωματωμένη κάμερα ποιος είναι, να μην απαντήσει και να μην ανοίξει. Αν πάρει κάτι φωτιά να καλέσει από το σταθερό τηλέφωνο την πυροσβεστική, την αστυνομία, την μαμά και τον μπαμπά. Αν χτυπήσει να καλέσει την αστυνομία, ασθενοφόρο και επίσης την μαμά και τον μπαμπά. Σε γενικές γραμμές είχαν καλύψει τα βασικά σημεία αλλά η ανησυχία ενός γονέα ποτέ δεν καταλαγιάζει.

  Την άκουσε πάλι να γυρνάει πλευρό και να μουρμουρίζει. Βάδισε στα νύχια των ποδιών του προσπαθώντας να κάνει ησυχία και έφτασε στην πόρτα του δωματίου τους. Η γυναίκα του κοιμόταν αλλά είχε μια γκριμάτσα πόνου. Τα φρύδια της είχαν γίνει ένα και το μέτωπό της είχε γεμίσει ρυτίδες. Τα δόντια της έτριζαν από το σφίξιμο. Την πλησίασε και την άγγιξε στο μάγουλο απαλά. Της είπε με χαμηλή φωνή πως όλα ήταν καλά, να ηρεμήσει και να ξεκουραστεί. Φίλησε το μέτωπό της και γύρισε να φύγει. Όπως βγήκε από το δωμάτιό τους αισθάνθηκε ένα κρύο αεράκι να τον διαπερνάει και γύρισε να κοιτάξει για άλλη μια φορά την γυναίκα του η οποία άλλαξε πλευρό ενοχλημένη και μουρμουρίζοντας κάτι ακατάληπτο. Γύρισε στο γραφείο του και κοίταξε την οθόνη του κινητού του που είχε κλειδώσει αυτόματα όπως κάνει όταν δεν το χρησιμοποιείς για ώρα. Το πήρε στα χέρια του και το ξεκλείδωσε. Ανανέωσε την εφαρμογή που ήταν συνδεμένη με το smartwatch του γιου του κι άρχισε να παρακολουθεί. Σύντομα θα χτυπούσε το κουδούνι του σχολάσματος και ο γιος του θα έπαιρνε τον δρόμο της επιστροφής. Ήλπιζε πως λόγω βροχής δεν θα σταματούσε στο πάρκο αυτή τη φορά.

ΚΕΦ. 4

   Ο άντρας της είχε έναν μικρότερο αδερφό, κατά έναν χρόνο, που τον έλεγαν Θανάση. Ο Θανάσης όταν ήταν δώδεκα χρονών είχε εξαφανιστεί. Μάταια τον έψαχναν οι γονείς, οι συγγενείς και οι φίλοι για πολύ καιρό. Ο άντρας της έψαχνε κάθε μέρα, σχεδόν είχε χάσει την σχολική του χρονιά από τις απουσίες. Πίστευε πως αυτός έφταιγε για την εξαφάνιση του μικρού του αδερφού, γιατί αντί να τον συνοδέψει στο σπίτι προτίμησε να κάνει βόλτα με τους φίλους του. Οι ενοχές και οι τύψεις τον ακολουθούσαν πιστά από τότε. Ένα χρόνο από την εξαφάνιση του Θανάση βρέθηκε ένα πτώμα αγοριού λίγο πιο έξω από την πόλη. Έπειτα από εξετάσεις και αρκετή γραφειοκρατία πιστοποιήθηκε πως το άψυχο σώμα του άτυχου αγοριού ήταν του Θανάση. Εκείνη τον είχε δει μόνο σε φωτογραφίες που της είχε δείξει η πεθερά της. Ο άντρας της σπάνια μιλούσε γι’ αυτόν. Όταν γεννήθηκε ο γιος τους, του είχε προτείνει να τον ονομάσουν Θανάση, στην μνήμη του χαμένου του αδερφού αλλά εκείνος αρνήθηκε λέγοντας μόνο πως θα ήταν γρουσουζιά. Ο μικρός Θανάσης όμως, τώρα ήταν στο όνειρό της, φορώντας ένα ολοκάθαρο κάτασπρο λευκό κοντό παντελονάκι κι ένα ασορτί πουκάμισο. Ήταν στον διάδρομο έξω από το δωμάτιο και της μιλούσε αλλά αυτή δεν άκουγε. Έδειχνε με το δάχτυλό του την πόρτα του γιού της και της φώναζε αλλά ήταν όλα βουβά. Η απόλυτη ησυχία. Ξαφνικά άρχισε να ακούει θορύβους από παντού. Συγκεχυμένους ήχους από κόρνες, φρεναρίσματα, τζάμια να σπάνε και μια γυναίκα να ουρλιάζει υστερικά.

   Η κουκίδα βγήκε από το σχολικό συγκρότημα κι άρχισε να κινείται επάνω στον δρόμο που θα τον οδηγούσε σπίτι. Αφού διάνυσε περίπου πενήντα μέτρα σταμάτησε ξαφνικά. Έμεινε για λίγα δευτερόλεπτα ακίνητη κι άρχισε μετά πάλι να δείχνει πως υπάρχει κίνηση. Μόλις έφτασε στο πάρκο σταμάτησε. Ο άντρας κοίταξε την ώρα στην επάνω δεξιά μεριά του κινητού του και ξανά κοίταξε την κουκίδα που ήταν ακίνητη. Πέρασε ένα ολόκληρο λεπτό που η κουκίδα είχε μείνει σταματημένη στον χάρτη. Ένιωσε το στομάχι του να σφίγγεται. Μπορεί να μιλάει με κάποιον φίλο του. Μπορεί να σταμάτησε να δέσει τα κορδόνια του. Έλεγε στον εαυτό του να ηρεμήσει. Κοίταξε την ώρα πάλι. Είχαν περάσει δυο λεπτά και η κουκίδα ήταν ακόμα στο ίδιο σημείο. Ακριβώς στη μέση του πάρκου. Μπορεί να χάλασε η μπαταρία ή να χάθηκε η σύνδεση. Έκλεισε το wifi και το άνοιξε πάλι. Μπήκε στην εφαρμογή αλλά η πινέζα με την τοποθεσία του smartwatch δεν είχε καμία αλλαγή. Μήπως του λύθηκε και του έπεσε από το χέρι; Πήρε βαθιές ανάσες προσπαθώντας να ηρεμήσει τον εαυτό του. Είχαν περάσει πέντε ολόκληρα λεπτά και ασυναίσθητα άρχισε να σκέφτεται τα χειρότερα. Κάτι έπαθε. Χτύπησε ή τον χτύπησαν και δεν μπορεί να κουνηθεί. Τον άρπαξαν πριν προλάβει να ειδοποιήσει και ξεφορτώθηκαν το smartwatch. Αλλά πώς ήξεραν γι’ αυτό; Θα έπρεπε να είναι κάποιος που γνώριζαν. Κοίταξε πάλι την οθόνη, την ώρα και την αμετακίνητη βούλα στον χάρτη. Έπρεπε να ξυπνήσει την γυναίκα του, να πάρει την αστυνομία, να βγει έξω και να ψάξει. Ένα τρομερό αίσθημα πως αυτό το έχει ξαναζήσει του έκοψε την ανάσα. Ένιωσε τον λαιμό του να κλείνει και στο στήθος του ένα τεράστιο βάρος.

ΚΕΦ. 5

  Άκουσε έναν γδούπο στο γραφείο και σηκώθηκε τρομαγμένη. Τα όνειρα της ήταν αγχωτικά και δεν θα της έλειπαν καθόλου. Πήγε στο γραφείο και είδε τον άντρα της πεσμένο στο πάτωμα. Στο ένα χέρι κρατούσε το κινητό του και με το άλλο έπιανε τον θώρακά του. Το πρόσωπό του είχε μετατραπεί σε μια μάσκα πόνου. Η ανάσα του είχε γίνει ρηχή. Πήγε τρέχοντας δίπλα του καλώντας ταυτόχρονα ασθενοφόρο. Κανένας από τους δύο δεν άκουσε τα κλειδιά στην πόρτα και τον χαρωπό βηματισμό του γιου τους. Το ρολόι δεν δούλευε γιατί κατά λάθος το είχε βρέξει ενώ έπινε νερό από τις βρύσες του σχολείου.

  Πέρασε στο γραφείο και είδε τους γονείς του στο πάτωμα. Η μητέρα του φώναζε στον πατέρα του να περιμένει και πως το ασθενοφόρο ήταν κοντά. Εκείνος κοίταξε τον μικρό στα μάτια, του χαμογέλασε και μετά το βλέμμα του άδειασε. Η μητέρα του έκλαιγε με λυγμούς. Κοίταξε τον γιο της που στεκόταν στην είσοδο του δωματίου παγωμένος. Σύρθηκε κοντά του και τον αγκάλιασε, τον σήκωσε στα χέρια της και πήγαν στην είσοδο του διαμερίσματος για να περιμένουν το ασθενοφόρο.

ΕΠΊΛΟΓΟΣ

  Η ζωή είναι γεμάτη παγίδες. Δεν υπάρχει καμία ξεκάθαρη απάντηση στα αιώνια ερωτήματα των ανθρώπων. Η ασφάλεια και ο έλεγχος είναι μια αυταπάτη. Το ένστικτο δεν είναι κάτι στο οποίο μπορείς να βασιστείς και όλα τα σημάδια ερμηνεύονται υποκειμενικά αναλόγως με τον άνθρωπο. Η τεχνολογία μπορεί να σου προσφέρει μια ψευδαίσθηση ασφάλειας αλλά δεν παύει να είναι μια καλοφτιαγμένη ψευδαίσθηση. Όλα είναι μια παγίδα που σε περιμένουν να πέσεις μέσα…


Το παραπάνω διήγημα γράφτηκε για τον 11ο Πανελλήνιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό "Χριστόδουλος και Μαρία Πετρίδη" που διοργάνωσαν το Πετρίδειο Ίδρυμα σε συνεργασία με τις Εκδόσεις Ζωή και Τέχνη.  Δεν βραβεύτηκε. 



Δευτέρα 20 Οκτωβρίου 2025

ΦΟΥΣΚΑ

  Με πήρε από το χέρι και με οδήγησε στα παρασκήνια. Το καμαρίνι ήταν γεμάτο από πιωμένους καλλιτέχνες. Οι περισσότεροι κρατούσαν από ένα ποτήρι στο χέρι γεμάτο αλκοόλ. Κάποιοι σνίφαραν κόκα πάνω σε κινητά και σε ταυτότητες. Είχαν κάνει γιούφια από τα πενηντάευρα που είχαν λάβει ως προκαταβολή από τον χώρο συναυλιών. Έβγαλε ένα σακουλάκι με χαρτονάκια, έκοψε ένα κομμάτι και το έβαλε στο στόμα μου το οποίο ίσα που άνοιξα. Καθώς το ναρκωτικό άγγιξε την γλώσσα μου ένιωσα την γεύση από τον αντίχειρά του. Καπνός και χόρτο. Άγγιξε το μάγουλό μου απαλά, με πήρε από το χέρι και βγήκαμε πάλι στην πίστα.

   «Θέλεις τσιγάρο;» τον ρώτησα. Κοίταξε το πακέτο στο χέρι μου και μου απάντησε πως δεν καπνίζει ψεύτες. Έβγαλα ένα μεγάλο χαρτάκι, μια τζιβάνα, ένα σακουλάκι χόρτο που είχα καβατζώσει στο σουτιέν μου κι άρχισα να στρίβω. Μοιραστήκαμε το τσιγάρο καθώς χορεύαμε. Το χαμόγελό του ήταν υπέροχο. Ένιωθα ευπρόσδεκτη. Όταν σβήσαμε τον μπάφο μας, πήγαμε στο μπαρ και παραγγείλαμε ποτά κι ένα μπουκαλάκι νερό. Στην παρέα μας θα είχαμε και μαντάμ. Βηματίσαμε κατά μήκος του τοίχου πίσω από το μπαρ και στην γωνία πριν την σκηνή, φτιάξαμε το μαγικό μας φίλτρο ρίχνοντας την κρυσταλλική σκόνη στο μπουκαλάκι με το νερό. Την χτυπήσαμε καλά και μοιραστήκαμε μερικές γουλιές.

    Σε κάθε γάρο μου έδινε ανάποδες και κάθε φορά ερχόταν όλο και πιο κοντά στα χείλη μου. Χορεύαμε, τσουγκρίζαμε, γελούσαμε. Ο κόσμος γύρω μας κινούταν σε γρήγορη κίνηση και ‘μείς βρισκόμασταν σε μια χαρούμενη πολύχρωμη φούσκα. Σταματήσαμε τον ξέφρενο χορό για να στρίψουμε άλλο ένα τσιγάρο και να πιούμε λίγη molly. Μόλις του γύρισα το τσιγάρο, το πήρε στα δάχτυλά του και πλησίασε το πρόσωπό του στο δικό μου. «Μ’ αρέσει που είσαι τόσο αληθινή» μου είπε σιγανά στ’ αυτί και με φίλησε παθιασμένα. Ήταν το πρώτο μας φιλί.

   Ο ήλιος είχε βγει στον κρύο ουρανό. Του είχα πει να μην οδηγήσει. Θυμάμαι να περιμένω το τηλέφωνό μου να χτυπήσει. Οι ώρες περνούσαν και το ξενέρωμα από την μαντάμ ήταν ανυπόφορο. Έκανα το ένα τσιγάρο πίσω από το άλλο χωρίς να καταλαβαίνω τι καπνίζω. Κοιτούσα το κινητό μου μέχρι που χτύπησε. Ήταν ο κολλητός του, με ρωτούσε τι είχαμε πιεί και τον ρωτούσα τι έγινε. Φώναζε άλλα η φωνή του ήταν σπασμένη. Η φούσκα έσκασε με τον χειρότερο τρόπο. Κι από τότε ο στίχος «εμείς γνωρίσαμε άγρια την παγίδα του ονείρου, κεριά που σιγοκαίνε στα εκκλησάκια του Φαλήρου» έγινε πραγματικότητά μου.



Το παραπάνω διήγημα γράφτηκε για τον 8ο διαγωνισμό του ΙΑΝΟΥ με θέμα "Με το βλέμμα σ' ένα στίχο". Δεν βραβεύτηκε. 

ΤΡΟΜΑΚΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΧΧ

   Ο τσαγκάρης, το γεροντοπαλίκαρο του χωριού πήγε για τα πρωινά τσίπουρα στο σπίτι του γείτονα και φίλου του, του Γιάννη του υδραυλικού. Η σκιά της κληματαριάς χάριζε τη δροσιά της στους φίλους που τα έπιναν, χαζολογούσαν και κουτσομπόλευαν. Αν κάποιος νομίζει ότι οι άντρες δεν κουτσομπολεύουν κάνει λάθος οικτρό! Το κάνουν και μάλιστα καλύτερα από πολλές γυναίκες!

-Έλα ρε μπρατ, να σφίξουμε άλλο ένα!

-Να ζντράβια, στην υγειά μας!

-Ωραία το στόλισαν όμως το σπίτι! Θα είναι ωραίος γάμος! Α, να κι η Ελενίτσα! 

Η κοπέλα κατέβαινε γρήγορα τις σκάλες στο απέναντι σπίτι.

-Ελενίτσα, πρόσεχε, μην κατεβαίνεις έτσι τις σκάλες. Θα πέσεις και θα στραμπουλίξεις το πόδι σου. Της φώναξε ο τσαγκάρης. Αυτή τον χαιρέτισε ευγενικά και πήγε στη δουλειά της. Μετά από λίγο γύρισε κι άρχισε να ανεβαίνει πάλι τρέχοντας τις σκάλες. Το στραβοπάτημά της λόγω της πλαστικής σαγιονάρας την έριξε στη βάση της σκάλας ευτυχώς με ένα μόνο διάστρεμμα.

-Φτου! Την μάτιαξα ο βλαμένος!

-Δεν ξέρω τι έγινε αλλά σίγουρα έβαλες το χεράκι σου! Απάντησε ο φίλος του.

   Αυτό έγινε την Τετάρτη κι ο γάμος ήταν για το Σάββατο. Ο αστράγαλος της Ελενίτσας πρήστηκε σαν τούμπανο κι όλη τη νύχτα έψαχναν να βρουν γιατροσόφια για την νύφη. 

Πώς θα χόρευε με το πόδι γκάιντα;  Έβαλαν σπασμένα κρεμμύδια με λάδι, τίποτα. Έβαλαν ό,τι βοτάνια βρήκαν, σχεδόν  τίποτα. Η μόνη τους ελπίδα ήταν ότι σε τρεις μέρες θα υποχωρούσε κάπως το πρήξιμο και θα μπορούσε τουλάχιστον για την στέψη να φορέσει τα γοβάκια της.

  Την Πέμπτη έγινε το προγλέντι στο σπίτι της νύφης κατά το έθιμο. Καλεσμένοι ήταν το μισό χωριό. Το σπίτι  λαμποκοπούσε σαν τούρτα με εκατό κεράκια και βεγγαλικά μαζί! Λουλούδια, κορδέλες στόλιζαν τις βεράντες και η ζωντανή ορχήστρα χρωμάτιζε έντονα την χαρούμενη ατμόσφαιρα. Τα τραπέζια στοιχισμένα στην αυλή με άσπρα τραπεζομάντηλα καλοδέχονταν τους καλεσμένους. Οι μπύρες, οι ρετσίνες και τα ουίσκι έρρεαν άφθονα κι οι σερβιτόροι έτρεχαν να προλάβουν  τις παραγγελίες των καλεσμένων. Το χωριό άλλωστε δεν το ακολουθούσε άδικα η φήμη ότι οι κάτοικοί του ήταν δεινοί πότες. Αφού μάλιστα υπήρχε και αίθουσα δεξιώσεων η οποία τους είχε αποβάλλει. Δεν αναλάμβανε γάμους του χωριού επειδή έπιναν πολύ κι η επιχείρηση έμπαινε μέσα. Το φορτηγάκι της εταιρίας catering άρχισε να διανέμει το φαγητό κι οι μυρωδιές ξελίγωσαν τους φημισμένους πότες.

 Οι μερίδες με το λαχταριστό κοτόπουλο και τα συνοδευτικά έφτασαν στα τραπέζια κι έπεσαν όλοι με τα μούτρα στην μασαμπούκα και την μπυροκατάνυξη. 

Μετά το φαγοπότι το έριξαν στο χορό, ώπα γιάλλα! Οι φίλοι του γαμπρού θέλησαν να τηρήσουν το παμπάλαιο έθιμο της κλοπής της κότας. Μα, ελλείψει κοτετσιού λόγω της πολιτισμικής εξέλιξης, ως γνήσιοι αγρο-teenagers, αποφάσισαν να κλέψουν το σαλόνι του σπιτιού. Σήκωσαν καναπέδες και πολυθρόνες. Μέσα στη σούρα τους όμως, δεν υπολόγισαν καλά τις διαστάσεις των επίπλων σε σχέση με την εξώπορτα.

-Ωραία, και πώς τα βγάζουμε έξω αφεντικό;

-Σημαδεύεις καλά και περνάς! Όπως κάνεις όταν περνάς με το αυτοκίνητο στενή γέφυρα!

-Με το ένα, με το δύο, με το τρία, πάμε! Ο δυνατός κρότος τράβηξε την προσοχή όσων βρίσκονταν κοντά και οι υπόλοιποι κοίταξαν εκεί που κοιτούσαν οι πρώτοι. Οι αδέξιοι λωποδύτες είχαν βάλει τόση δύναμη στην προσπάθειά τους να περάσουν τα έπιπλα από την εξώπορτα που την έριξαν κάτω μαζί με την κάσα. Ο καναπές, σμπαράλια!

Ο μπαμπάς της νύφης έκρυψε το πρόσωπο στα χέρια του απελπισμένος. Άντε τώρα, τελευταία στιγμή να βρει μαστόρους να διορθώσουν την ζημιά. Τι να διορθώσουν δηλαδή; Μάλλον καινούργια εξώπορτα έπρεπε να πάρει.

     Παρ’ όλα αυτά, το γλέντι συνεχίστηκε με αμείωτο κέφι μέχρι τα ξημερώματα. Ήταν κατά τις τέσσερις το πρωί όταν ένας ένας, το μισό χωριό, άρχισαν να φεύγουν με την  μορφή του κατεπείγοντος στο κέντρο υγείας του χωριού. Μαζική δηλητηρίαση από σαλμονέλα καταγράφηκε το συμβάν στα αρχεία. Το μισό χωριό ξερνούσε και είχε αγκαλιά τη λεκάνη της τουαλέτας για διπλή χρήση! Οι εγκυμονούσες μεταφέρθηκαν άμεσα στο νοσοκομείο της πόλης για περαιτέρω εξετάσεις. Μερικοί το πέρασαν ελαφρά. Άλλοι πήραν φάρμακα για να μπορέσουν να πάνε στον γάμο που θα γινόταν το Σάββατο. Κάποιοι τέλος αρρώστησαν σοβαρά και κρεβατώθηκαν.

   Την μεγάλη μέρα, το Σάββατο, έγινε ο γάμος στην μεγάλη εκκλησία του χωριού. Υπήρχε και μια μικρότερη πιο κοντά αλλά ως γνήσιοι βλαχοσνόμπ επέλεξαν να στεφανωθούν με μεγαλεία και γκλαμουριά. Η νύφη, με το ασημοποίκιλτο νυφικό της, γεμάτο πέρλες και δαντέλες, έξω από την εκκλησία έβγαλε τις παντόφλες και φόρεσε τις γόβες της. Μετά την τελετή και τρία σακιά ρύζι, άλλαξε πάλι  για να πάει στο γλέντι του γάμου άνετα, με παντόφλες. Την ώρα που έβγαινε το ζευγάρι από την εκκλησία, οι φίλοι του γαμπρού που ήταν σκαρφαλωμένοι στην σκεπή, έριξαν ακόμη ένα σακί ρύζι πάνω στα κεφάλια τους. Επειδή όμως ήταν ντίρλα, τους ξέφυγε το σακί κι έπεσε πάνω στο κεφάλι του γαμπρού. Έπεσε κάτω και έβλεπε όλους να στριφογυρίζουν σαν τον τροχό της τύχης. Στο κέντρο υγείας του φόρεσαν ένα κολάρο στον σβέρκο, του έδωσαν μερικά παυσίπονα και του συνέστησαν να μην πιει, να μην χορέψει και να μην ξενυχτήσει.

-Κανονικά, πρέπει να ξαπλώσεις επειδή έχεις μια ελαφριά διάσειση, αλλά λόγω της ημέρας μπορείς να συνεχίσεις,  πρόσεχε όμως, να ακολουθήσεις τις οδηγίες μου, του είπε ο εφημερεύων γιατρός γνωρίζοντας πως μιλούσε μάταια.

   Το ζευγάρι, με μεγάλη καθυστέρηση έφτασε στην αίθουσα που γινόταν το γλέντι. Η νύφη με παντόφλες και ο γαμπρός με το κολάρο στο λαιμό. Θεέ μου, τι φωτογραφίες θα βγάλουμε; Σκεφτόταν η Ελενίτσα. Σιγά να μην ακούσω τον γιατρό, μια μπουκάλα ουίσκι θα την σφίξω σίγουρα. Σκεφτόταν ο γαμπρός. Εν τω μεταξύ, ο κόσμος διασκέδαζε…. Τρόπος του λέγειν δηλαδή καθώς κάθε τρεις και λίγο όλοι έτρεχαν στις τουαλέτες του μαγαζιού. Από την πρώτη ώρα κιόλας, μια άσχημη μυρωδιά άρχισε να αναδύεται από την πλευρά τους. Η ουρά όλο και μεγάλωνε μέχρι που υπεύθυνοι αναγκάστηκαν να παραχωρήσουν και τις τουαλέτες των επισκεπτών του ξενώνα τους. Κατά τ’ άλλα ήταν ένα ωραίο γλέντι κι όλοι πέρασαν υπέροχα, λέμε τώρα! Και στα δικά σας!

-Φτου κακά! Ο Χριστός κι η Παναγία!

Τετάρτη 17 Σεπτεμβρίου 2025

ΤΟ ΑΥΤΟ

ΤΟ ΑΥΤΟ

 

ΣΤΙΒΕΝ ΚΙΝΓΚ  



«Το Αυτό» ή αλλιώς ο Προύστ συναντά τον Δράκουλα. Το βιβλίο αυτό το διάβασα το 2003 όταν ήταν ακόμα ένα ενιαίο βιβλίο των 1100 σελίδων και το ξαναδιάβασα το 2025 που το επανέκδοσαν σε δύο τόμους των 1750 σελίδων μαζί. Ανατρίχιαζα σε κάθε δεύτερη παράγραφο από ευχαρίστηση. Το συμπέρασμα που έβγαλα ως ένα δωδεκάχρονο που μόλις είχα διαβάσει σε καλοκαιρινές διακοπές ένα από τα πιο εμβληματικά έργα του Κίνγκ, επιμένει. Ο φόβος έχει το πρόσωπο που του δίνουμε εμείς. Εμείς επιλέγουμε αν θα δούμε τον κλόουν, τον λυκάνθρωπο ή την αράχνη κι αυτό το προσομοιώνουμε και στην πραγματική ζωή. Όλοι οι φόβοι πάνω κάτω έχουν την ίδια ρίζα, απλά εμείς τους ντύνουμε όπως θέλουμε και στην ουσία δεν πρέπει να αντιμετωπίσεις την μούμια ή τον λεπρό ή το μάτι με τα απαίσια γλιστερά πλοκάμια από αγγεία αλλά την ρίζα τους. Στο έργο τώρα, μια παρέα παιδιών -φυσικά, τι άλλο;- καλείται  να αντιμετωπίσει μια φονική δύναμη στο μέρος όπου μεγαλώνουν. Η αφήγηση γίνεται όμως μέσω αναμνήσεων από τους ενήλικους εαυτούς τους. (Να τη η επιρροή του Προυστ.) Οι αναμνήσεις αυτές έρχονται σε κύματα καθώς οι ενήλικοι ήρωες γυρίζουν στον «τόπο του εγκλήματος» για να αντιμετωπίσουν  άλλη μια φορά το Αυτό. Ως παιδιά το αντιμετώπισαν αλλά δεν το νικήσαν κι έτσι ορκίστηκαν να επιστρέψουν αν το Αυτό επέστρεφε. Και επέστρεψε…. Φόνοι, βία, παρενόχληση, τέρατα, ομίχλη και δυσωδία. (Να τος και ο Δράκουλας.) Ένα βιβλίο που τα έχει όλα και αν είσαι λάτρης του τρόμου σίγουρα θα απολαύσεις την κάθε του λέξη.

Κυριακή 31 Αυγούστου 2025

Ο ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ ΕΝΟΣ ΣΚΙΤΣΟΓΡΆΦΟΥ

 

Ο ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ ΕΝΟΣ ΣΚΙΤΣΟΓΡΆΦΟΥ

ΣΟΦΙΆ ΣΙΜΈΛΑ ΘΩΙΔΗ  


Μπορεί ένα βιβλίο 24 σελίδων να σε περάσει 40 κύματα; Μπορεί και παραμπορεί! Άλλωστε το μέγεθος δεν μετράει! Ειδικά όταν μιλάμε για ποίηση! Το έργο «Ο μονόλογος ενός σκιτσογράφου» είναι το ντεμπούτο μιας φρέσκιας πολλά υποσχόμενης συγγραφέως. Ο «σκιτσογράφος», που ταυτόχρονα, για εμένα, είναι ο αλχημιστής, είναι ο Φάουστ, είναι ο Δάντης, είναι ο καθένας μας, «ζωγραφίζει» την ζωή του λυρικά μέσα από ποιήματα. Διαβάζοντας, έλαβα εικόνες για την επιστήμη, για τον έρωτα και την ερωμένη, για τον ίδιο του τον εαυτό, για την απώλεια και τον  θάνατο. Τόσες μορφές, τόσα συναισθήματα που νομίζεις πως γεμίζεις σαν μπαλόνι. Λεξιλόγιο όμορφο και προσιτό. Γαλήνη, ακριβώς ότι πρέπει να προσφέρει η ποίηση….