Ετικέτες

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνικοί Διαγωνισμοί. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνικοί Διαγωνισμοί. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 10 Μαρτίου 2026

Η ΠΑΓΊΔΑ

 

ΕΙΣΑΓΩΓΉ

   Η οικογένεια Φιλίππου κατοικούσε σε ένα μεγάλο αστικό κέντρο. Οι δρόμοι που περνούσαν κάτω από το μπαλκόνι τους ήταν πολύβουοι, μέρα και νύχτα. Ήταν μια ευτυχισμένη τριμελής οικογένεια. Η μητέρα εργαζόταν σε ένα νοσοκομείο της πόλης ενδυναμώνοντας το νοσηλευτικό προσωπικό, ενώ ο πατέρας εργαζόταν από το σπίτι ως λογιστής για μια επιχείρηση ένδυσης. Ο γιος τους σύντομα θα ξεκινούσε την πέμπτη δημοτικού. Ο χαρακτήρας του αγοριού είχε δώσει δείγματα υπευθυνότητας που άρμοζαν σε παιδιά μεγαλύτερα από την ηλικία του κι έτσι οι γονείς του είχαν αποφασίσει πως είχε έρθει η ώρα να πηγαίνει στο σχολείο μόνος του. Το σχολείο απείχε μόλις τρία τετράγωνα από το σπίτι τους. Ενδιάμεσα υπήρχε ένα πάρκο που τα δέντρα και η χλόη του έσπαζαν την μονοτονία του γκρίζου των γύρω πολυκατοικιών και αποτελούσε σημείο συνάντησης της νεολαίας της γειτονιάς. Παρά την εμπιστοσύνη που έδειχναν οι γονείς στον μικρό, του είχαν αγοράσει ένα smartwatch με ενσωματωμένο GPS. Ο πατέρας κατέβασε την εφαρμογή στο κινητό τηλέφωνό του και σύνδεσε το smartwatch. Έπειτα, οι γονείς έδειξαν στον μικρό πως να πραγματοποιεί κλήσεις σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης. Δεν ήθελαν να του αγοράσουν δικό του κινητό τηλέφωνο γιατί δεν θεωρούσαν σωστή τακτική διαπαιδαγώγησης την ανάθεση της δουλειάς τους σε μια οθόνη. Το ίδιο απόγευμα, όταν ο γιος του με την μητέρα του πήγαν βόλτα στο πάρκο, ο πατέρας τσέκαρε την ορθή λειτουργεία του ρολογιού τελευταίας τεχνολογίας η οποία ήταν άψογη.

   Την πρώτη εβδομάδα του σχολείου, κάθε πρωί ο πατέρας του μικρού τον έπαιρνε στο κατόπι για να βεβαιωθεί πως όλα ήταν καλά, πως ο γιος του ήταν ασφαλής, πως ήξερε να περνάει τους δρόμους δίχως να θέτει τον εαυτό του σε κίνδυνο και πως έφτανε στον προορισμό του αβλαβής. Το άγχος του πατέρα ήταν απερίγραπτο. Μόνο ένας γονιός μπορούσε να το καταλάβει. Κάθε πρώτη φορά που αφήνεις το παιδί σου να κάνει κάτι μόνο του κυριαρχούν μέσα σου μια ανείπωτη χαρά και ένας αδηφάγος τρόμος. Νιώθεις χαρά βλέποντας την εξέλιξη ενός ανθρώπου να ξεδιπλώνεται μπροστά στα μάτια σου και είσαι ο ίδιος υπεύθυνος για αυτήν. Αισθάνεσαι περήφανος για την αυτοπεποίθηση που έχει το παιδί σου και για όλα τα εργαλεία με τα οποία το έχεις εξοπλίσει. Παράλληλα τρόμος για τα πάντα. Για όλα όσα θα μπορούσαν να πάνε λάθος. Από το μικρότερο, να πέσει κατά λάθος και να γρατσουνιστεί μέχρι το χειρότερο σενάριο, να το απαγάγουν και να μην το ξαναδείς ποτέ. Ως γονείς είχαν εκπαιδεύσει τον γιο τους σωστά. Στο τέλος της εβδομάδας που ο τρόμος είχε κάπως καταλαγιάσει, άρχισε να τσεκάρει το GPS από το ρολόι του γιου του αντί να τον παρακολουθεί.

   Είχε περάσει κοντά ένας μήνας από το άνοιγμα των σχολείων. Το παιδί ακολουθούσε μια σίγουρη διαδρομή. Μετά το σχόλασμα κάποιες φορές έκανε στάση στο πάρκο που βρισκόταν ανάμεσα στο σχολείο και το σπίτι του. Την πρώτη φορά που έκανε αυτή την στάση είχε ειδοποιήσει τους γονείς του από την προηγούμενη ημέρα κι έτσι ο πατέρας του ήλεγχε το GPS στην εφαρμογή του κάθε λίγα δευτερόλεπτα πιστεύοντας πως έτσι θα καταπολεμούσε το άγχος του. Έβλεπε μια κουκίδα στον χάρτη. Αυτό ήταν ο γιός του, μια κουκίδα που κινούταν πάνω - κάτω σε ένα πράσινο κομμάτι. Λογικά θα έπαιζε κυνηγητό με τα παιδιά του σχολείου του, υπέθεσε ο πατέρας από την κίνηση της κουκίδας. Από εκείνη την ημέρα και ύστερα η στάση στο πάρκο γινόταν πιο συχνά με το άγχος του πατέρα κάθε φορά να μένει το ίδιο. Του πρόσφερε όμως μια παρηγοριά η κουκίδα που κινούταν στον χάρτη κάθε φορά που κοιτούσε την εφαρμογή στο τηλέφωνό του.

ΚΕΦ.1

   Η γυναίκα του γύρισε εξαντλημένη από την νυχτερινή της βάρδια στο νοσοκομείο. Στο σπίτι της επικρατούσε ακόμα ησυχία. Έβγαλε τα παπούτσια της στην είσοδο και κατευθύνθηκε στην κουζίνα. Έβγαλε από το ψυγείο αυγά, γάλα και ψωμί. Έσπασε τα αυγά σε ένα βαθύ μπολ και άρχισε να τα χτυπάει. Σε ένα άλλο μπολ άδειασε λίγο γάλα. Έβαλε ένα τηγάνι στην εστία της κουζίνας που την είχε ανάψει. Πήρε μια φέτα ψωμί την βούτηξε στο γάλα μετά στο αυγό και τέλος την έριξε στο τηγάνι. Μόλις το ψωμί ρόδισε κι από τις δύο πλευρές το έβγαλε από το σκεύος και το τοποθέτησε σε ένα πιάτο. Επανέλαβε την διαδικασία ετοιμάζοντας αρκετές φέτες ψωμί ακόμα. Μόλις τελείωσε, στις μισές άπλωσε μέλι και τις υπόλοιπες τις σέρβιρε με τυριά και αλλαντικά σε ένα δεύτερο πιάτο αφήνοντάς τα όλα μαζί στο τραπέζι της κουζίνας. Άνοιξε ένα από τα ντουλάπια βγάζοντας ένα μπρίκι για να ετοιμάσει τον καφέ του άντρα της που σύντομα θα ξυπνούσε. Ένιωσε ένα χάδι στην πλάτη της που έστειλε ρίγη ανατριχίλας σε όλο της το σώμα. Γύρισε απότομα το κορμί της μα η κουζίνα ήταν άδεια. Το απέδωσε στην κούραση και ξεκίνησε να φτιάχνει τον καφέ. Άκουσε βήματα πίσω της και γύρισε για άλλη μια φορά αντικρίζοντας τον άντρα της που μόλις είχε ξυπνήσει.

   Την φίλησε απαλά στο μάγουλο και την ευχαρίστησε για το πρωινό που είχε ετοιμάσει. Πήρε την κούπα με τον καφέ από τα χέρια της και την έστειλε για ύπνο. Πριν πάει στο υπνοδωμάτιό τους, την άκουσε να μπαίνει στο δωμάτιο του γιού της για να του ψιθυρίσει λόγια μητρικής αγάπης και στοργής. Έπινε τον καφέ του καθώς παρατήρησε κάτι περίεργο στην ατμόσφαιρα, ήταν κάπως βαριά, μουντή. Ίσως να τον είχε επηρεάσει η θέα από το παράθυρο της κουζίνας. Μαύρα σύννεφα είχαν απλωθεί στον ουρανό προμηνύοντας την καταιγίδα που πλησίαζε απειλητικά. Ο γιος του μπήκε στην κουζίνα τραβώντας τον μακριά από τις σκέψεις του. Άρπαξε με τα δαχτυλάκια του σαν σκανταλιάρικο καλικαντζαράκι μια αυγόφετα με μέλι κι άρχισε να την κατασπαράζει. Με τα χέρια γεμάτα μέλι αφού τελείωσε με την πρώτη σέρβιρε στον εαυτό του και δεύτερη. Ήπιε το γάλα του και μόλις τελείωσε το φαγοπότι έτρεξε στο μπάνιο να πλυθεί και να ντυθεί για το σχολείο. Καμάρωνε που ο γιος του ήταν τόσο ανεξάρτητος. Πέρασαν μόλις λίγα λεπτά όταν άκουσε πάλι τον χαρωπό βηματισμό του γιου του. Βγήκε από την κουζίνα στο χολ όπου ο γιος του φορούσε τα παπούτσια του. Δυσκολευόταν ακόμα με τα κορδόνια αλλά ήταν πολύ πεισματάρης για να δεχτεί βοήθεια. Αφού κατάφερε και τα έδεσε ακολουθώντας τις οδηγίες του πατέρα του, που κι αυτές με δυσκολία τις δέχτηκε, τον χαιρέτησε αγκαλιάζοντάς τον σφιχτά, λέγοντάς του πως τον αγαπά πολύ. Έκλεισε την πόρτα πίσω του ενώ ο πατέρας του έβγαζε το κινητό από την τσέπη της πιτζάμας του για να ανοίξει την εφαρμογή που ήταν συνδεδεμένο το GPS.

ΚΕΦ. 2

  Πολλές φορές όσο δούλευε άφηνε ανοιχτή την εφαρμογή στο κινητό του και το τοποθετούσε δίπλα στην οθόνη του υπολογιστή ώστε να το κοιτάζει όποτε ήθελε. Η κουκίδα τα πρωινά περιοριζόταν στο έδαφος που καταλάμβανε το σχολείο στον χάρτη. Μια φορά, λίγο μετά την έναρξη του μαθήματος, είδε την κουκίδα να βγαίνει από την περίμετρο του σχολείου και να κατευθύνεται προς την αντίθετη πλευρά από το σπίτι τους. Γνώριζε πως ο γιος του θα πήγαινε εκδρομή με το σχολείο σε κάποιο μουσείο αλλά όσο η πινέζα με την τοποθεσία του γιου του απομακρυνόταν από την δική του τοποθεσία τόσο περισσότερο ένιωθε να πνίγεται και να ασφυκτιά. Γύρισε τα μάτια του στην οθόνη του υπολογιστή που είχε ανοίξει διάφορα λογιστικά φύλλα ενημερώνοντας έσοδα, έξοδα και μισθοδοσίες. Προσπάθησε να συγκεντρωθεί αλλά το ψιλόβροχο που χτυπούσε στο τζάμι δεν τον βοηθούσε καθόλου.

  Την είχε πάρει ο ύπνος σχετικά γρήγορα. Το τελευταίο πράγμα που άκουσε πριν κοιμηθεί ήταν το χαρωπό βήμα του γιου της. Το ζεστό ντους που είχε κάνει πριν ξαπλώσει την είχε χαλαρώσει πλήρως. Τα όνειρά της, όμως, της έκρουαν τους κώδωνες του κινδύνου. Στην αρχή ήρθε ο πατέρας της, τον είχε χάσει όταν ήταν ακόμα κοριτσάκι. Τον είδε ψηλό και καλοντυμένο αλλά με γυμνά πόδια. Προσπαθούσε να της μιλήσει αλλά αυτή δεν τον άκουγε. Άνοιξε τα μάτια της για λίγα δευτερόλεπτα κι άκουσε τη βροχή που χτυπούσε στο τζάμι του υπνοδωματίου. Σύντομα ξανακοιμήθηκε. Αυτή τη φορά την επισκέφθηκε η γιαγιά της, η μητέρα της μητέρας της που την έχασε μια πενταετία πριν. Ήταν λυπημένη, μαυροντυμένη κι έκλαιγε. Άνοιξε τα μάτια της για άλλη μια φορά κι άλλαξε πλευρό ελπίζοντας να μην έρθει άλλος νεκρός στον ύπνο της.

   Το φως στο γραφείο του ήταν λιγοστό κι ας ήταν πρωί. Άναψε το μικρό φωτιστικό που βρισκόταν πάνω στην ξύλινη επιφάνεια και έγειρε πίσω στην δερμάτινη καρέκλα. Έπιασε την κούπα να πιεί μια γουλιά καφέ συνειδητοποιώντας πως είχε τελειώσει. Σηκώθηκε τεντώνοντας το σώμα του και βημάτισε αργά στην κουζίνα. Έπλυνε το μπρίκι και ξεκίνησε να φτιάχνει τον καφέ του. Μέχρι αυτός να ετοιμαστεί, έπλυνε όσο πιο αθόρυβα μπορούσε τα λιγοστά πιάτα από το πρωινό. Έβγαλε από τη φωτιά το μπρίκι με τον καφέ που είχε φουσκώσει και τον έχυσε σε μια καθαρή κούπα. Ήπιε μια καυτή γουλιά και επέστρεψε στο γραφείο του. Μόλις έκατσε, ανανέωσε την εφαρμογή στο κινητό του. Ο γιος του ήταν στο σχολείο και κρίνοντας από την κουκίδα που τον αντιπροσώπευε μάλλον είχε γυμναστική καθώς κινούταν περιμετρικά της αυλής του σχολείου σαν να τρέχει. Συνέχισε την εργασία του λίγο πιο ξέγνοιαστος και με περισσότερη αφοσίωση από πριν.

ΚΕΦ. 3

   Η ώρα είχε περάσει σχετικά γρήγορα. Το ρολόι έγραφε 12:30, σε μισή ώρα σχολούσε ο γιος του. Ο ίδιος είχε τελειώσει ένα μεγάλο κομμάτι της εργασίας που του είχαν αναθέσει. Άκουσε την γυναίκα του στο δωμάτιο να στριφογυρνάει στο κρεβάτι για πολλοστή φορά. Φαντάστηκε πως ο ύπνος της ήταν κακός από την ταλαιπωρία. Τον τελευταίο μήνα σχεδόν όλες της οι βάρδιες ήταν νυχτερινές. Αυτές οι βάρδιες πληρωνόταν διπλά αλλά και το τίμημα ήταν μεγάλο. Η γυναίκα του ζούσε σαν βαμπίρ. Δεν μπορούσε να χαρεί τίποτα, ούτε μια βόλτα με τον μικρό, ούτε λίγο χρόνο μόνοι τους. Στον βωμό της οικονομικής άνεσης, η γυναίκα του θυσίαζε υπερβολικά πολλά. Δεν τον πείραζε να μαγειρεύει, να πλένει ρούχα και να κρατάει το σπίτι όσο πιο καθαρό μπορούσε, έτσι κι αλλιώς έκανε αυτές τις δουλειές. Αυτό που τον ενοχλούσε ήταν πως δεν μπορούσε να χαρεί την γυναίκα του. Φοβόταν γι’ αυτήν που καταπονούσε τον εαυτό της τόσο πολύ. Τον προηγούμενο μήνα της είχε προτείνει να ψάξει ο ίδιος για δεύτερη δουλειά αλλά εκείνη ήταν αρνητική. Το επιχείρημά της, που δεν ήταν και λάθος, ήταν πως θα έλειπε υπερβολικά πολλές ώρες και πως ότι εξτρά χρήματα θα εξοικονομούσαν και οι δυο τους, αναγκαστικά θα πήγαιναν σε κάποια νταντά. Μπορεί ο γιος τους να ήταν πανέξυπνος, υπεύθυνος και όσο γινόταν ανεξάρτητος αλλά κανείς τους δεν ένιωθε άνετα να τον αφήνουν για αρκετές ώρες μόνο του στο σπίτι. Κάτι το οποίο του είχαν μάθει φυσικά και τον είχαν εμπιστευθεί μόνο του στο σπίτι αλλά όχι για παραπάνω από μια ώρα. Του είχαν πει να έχει συνέχεια κλειδωμένη την πόρτα και ασφαλισμένη με τον σύρτη. Να μην ανοίξει σε κανέναν την πόρτα του διαμερίσματος, ακόμα κι αν είναι οι γείτονες τους οποίους γνώριζε. Αν χτυπήσει το θυροτηλέφωνο να δει από την ενσωματωμένη κάμερα ποιος είναι, να μην απαντήσει και να μην ανοίξει. Αν πάρει κάτι φωτιά να καλέσει από το σταθερό τηλέφωνο την πυροσβεστική, την αστυνομία, την μαμά και τον μπαμπά. Αν χτυπήσει να καλέσει την αστυνομία, ασθενοφόρο και επίσης την μαμά και τον μπαμπά. Σε γενικές γραμμές είχαν καλύψει τα βασικά σημεία αλλά η ανησυχία ενός γονέα ποτέ δεν καταλαγιάζει.

  Την άκουσε πάλι να γυρνάει πλευρό και να μουρμουρίζει. Βάδισε στα νύχια των ποδιών του προσπαθώντας να κάνει ησυχία και έφτασε στην πόρτα του δωματίου τους. Η γυναίκα του κοιμόταν αλλά είχε μια γκριμάτσα πόνου. Τα φρύδια της είχαν γίνει ένα και το μέτωπό της είχε γεμίσει ρυτίδες. Τα δόντια της έτριζαν από το σφίξιμο. Την πλησίασε και την άγγιξε στο μάγουλο απαλά. Της είπε με χαμηλή φωνή πως όλα ήταν καλά, να ηρεμήσει και να ξεκουραστεί. Φίλησε το μέτωπό της και γύρισε να φύγει. Όπως βγήκε από το δωμάτιό τους αισθάνθηκε ένα κρύο αεράκι να τον διαπερνάει και γύρισε να κοιτάξει για άλλη μια φορά την γυναίκα του η οποία άλλαξε πλευρό ενοχλημένη και μουρμουρίζοντας κάτι ακατάληπτο. Γύρισε στο γραφείο του και κοίταξε την οθόνη του κινητού του που είχε κλειδώσει αυτόματα όπως κάνει όταν δεν το χρησιμοποιείς για ώρα. Το πήρε στα χέρια του και το ξεκλείδωσε. Ανανέωσε την εφαρμογή που ήταν συνδεμένη με το smartwatch του γιου του κι άρχισε να παρακολουθεί. Σύντομα θα χτυπούσε το κουδούνι του σχολάσματος και ο γιος του θα έπαιρνε τον δρόμο της επιστροφής. Ήλπιζε πως λόγω βροχής δεν θα σταματούσε στο πάρκο αυτή τη φορά.

ΚΕΦ. 4

   Ο άντρας της είχε έναν μικρότερο αδερφό, κατά έναν χρόνο, που τον έλεγαν Θανάση. Ο Θανάσης όταν ήταν δώδεκα χρονών είχε εξαφανιστεί. Μάταια τον έψαχναν οι γονείς, οι συγγενείς και οι φίλοι για πολύ καιρό. Ο άντρας της έψαχνε κάθε μέρα, σχεδόν είχε χάσει την σχολική του χρονιά από τις απουσίες. Πίστευε πως αυτός έφταιγε για την εξαφάνιση του μικρού του αδερφού, γιατί αντί να τον συνοδέψει στο σπίτι προτίμησε να κάνει βόλτα με τους φίλους του. Οι ενοχές και οι τύψεις τον ακολουθούσαν πιστά από τότε. Ένα χρόνο από την εξαφάνιση του Θανάση βρέθηκε ένα πτώμα αγοριού λίγο πιο έξω από την πόλη. Έπειτα από εξετάσεις και αρκετή γραφειοκρατία πιστοποιήθηκε πως το άψυχο σώμα του άτυχου αγοριού ήταν του Θανάση. Εκείνη τον είχε δει μόνο σε φωτογραφίες που της είχε δείξει η πεθερά της. Ο άντρας της σπάνια μιλούσε γι’ αυτόν. Όταν γεννήθηκε ο γιος τους, του είχε προτείνει να τον ονομάσουν Θανάση, στην μνήμη του χαμένου του αδερφού αλλά εκείνος αρνήθηκε λέγοντας μόνο πως θα ήταν γρουσουζιά. Ο μικρός Θανάσης όμως, τώρα ήταν στο όνειρό της, φορώντας ένα ολοκάθαρο κάτασπρο λευκό κοντό παντελονάκι κι ένα ασορτί πουκάμισο. Ήταν στον διάδρομο έξω από το δωμάτιο και της μιλούσε αλλά αυτή δεν άκουγε. Έδειχνε με το δάχτυλό του την πόρτα του γιού της και της φώναζε αλλά ήταν όλα βουβά. Η απόλυτη ησυχία. Ξαφνικά άρχισε να ακούει θορύβους από παντού. Συγκεχυμένους ήχους από κόρνες, φρεναρίσματα, τζάμια να σπάνε και μια γυναίκα να ουρλιάζει υστερικά.

   Η κουκίδα βγήκε από το σχολικό συγκρότημα κι άρχισε να κινείται επάνω στον δρόμο που θα τον οδηγούσε σπίτι. Αφού διάνυσε περίπου πενήντα μέτρα σταμάτησε ξαφνικά. Έμεινε για λίγα δευτερόλεπτα ακίνητη κι άρχισε μετά πάλι να δείχνει πως υπάρχει κίνηση. Μόλις έφτασε στο πάρκο σταμάτησε. Ο άντρας κοίταξε την ώρα στην επάνω δεξιά μεριά του κινητού του και ξανά κοίταξε την κουκίδα που ήταν ακίνητη. Πέρασε ένα ολόκληρο λεπτό που η κουκίδα είχε μείνει σταματημένη στον χάρτη. Ένιωσε το στομάχι του να σφίγγεται. Μπορεί να μιλάει με κάποιον φίλο του. Μπορεί να σταμάτησε να δέσει τα κορδόνια του. Έλεγε στον εαυτό του να ηρεμήσει. Κοίταξε την ώρα πάλι. Είχαν περάσει δυο λεπτά και η κουκίδα ήταν ακόμα στο ίδιο σημείο. Ακριβώς στη μέση του πάρκου. Μπορεί να χάλασε η μπαταρία ή να χάθηκε η σύνδεση. Έκλεισε το wifi και το άνοιξε πάλι. Μπήκε στην εφαρμογή αλλά η πινέζα με την τοποθεσία του smartwatch δεν είχε καμία αλλαγή. Μήπως του λύθηκε και του έπεσε από το χέρι; Πήρε βαθιές ανάσες προσπαθώντας να ηρεμήσει τον εαυτό του. Είχαν περάσει πέντε ολόκληρα λεπτά και ασυναίσθητα άρχισε να σκέφτεται τα χειρότερα. Κάτι έπαθε. Χτύπησε ή τον χτύπησαν και δεν μπορεί να κουνηθεί. Τον άρπαξαν πριν προλάβει να ειδοποιήσει και ξεφορτώθηκαν το smartwatch. Αλλά πώς ήξεραν γι’ αυτό; Θα έπρεπε να είναι κάποιος που γνώριζαν. Κοίταξε πάλι την οθόνη, την ώρα και την αμετακίνητη βούλα στον χάρτη. Έπρεπε να ξυπνήσει την γυναίκα του, να πάρει την αστυνομία, να βγει έξω και να ψάξει. Ένα τρομερό αίσθημα πως αυτό το έχει ξαναζήσει του έκοψε την ανάσα. Ένιωσε τον λαιμό του να κλείνει και στο στήθος του ένα τεράστιο βάρος.

ΚΕΦ. 5

  Άκουσε έναν γδούπο στο γραφείο και σηκώθηκε τρομαγμένη. Τα όνειρα της ήταν αγχωτικά και δεν θα της έλειπαν καθόλου. Πήγε στο γραφείο και είδε τον άντρα της πεσμένο στο πάτωμα. Στο ένα χέρι κρατούσε το κινητό του και με το άλλο έπιανε τον θώρακά του. Το πρόσωπό του είχε μετατραπεί σε μια μάσκα πόνου. Η ανάσα του είχε γίνει ρηχή. Πήγε τρέχοντας δίπλα του καλώντας ταυτόχρονα ασθενοφόρο. Κανένας από τους δύο δεν άκουσε τα κλειδιά στην πόρτα και τον χαρωπό βηματισμό του γιου τους. Το ρολόι δεν δούλευε γιατί κατά λάθος το είχε βρέξει ενώ έπινε νερό από τις βρύσες του σχολείου.

  Πέρασε στο γραφείο και είδε τους γονείς του στο πάτωμα. Η μητέρα του φώναζε στον πατέρα του να περιμένει και πως το ασθενοφόρο ήταν κοντά. Εκείνος κοίταξε τον μικρό στα μάτια, του χαμογέλασε και μετά το βλέμμα του άδειασε. Η μητέρα του έκλαιγε με λυγμούς. Κοίταξε τον γιο της που στεκόταν στην είσοδο του δωματίου παγωμένος. Σύρθηκε κοντά του και τον αγκάλιασε, τον σήκωσε στα χέρια της και πήγαν στην είσοδο του διαμερίσματος για να περιμένουν το ασθενοφόρο.

ΕΠΊΛΟΓΟΣ

  Η ζωή είναι γεμάτη παγίδες. Δεν υπάρχει καμία ξεκάθαρη απάντηση στα αιώνια ερωτήματα των ανθρώπων. Η ασφάλεια και ο έλεγχος είναι μια αυταπάτη. Το ένστικτο δεν είναι κάτι στο οποίο μπορείς να βασιστείς και όλα τα σημάδια ερμηνεύονται υποκειμενικά αναλόγως με τον άνθρωπο. Η τεχνολογία μπορεί να σου προσφέρει μια ψευδαίσθηση ασφάλειας αλλά δεν παύει να είναι μια καλοφτιαγμένη ψευδαίσθηση. Όλα είναι μια παγίδα που σε περιμένουν να πέσεις μέσα…


Το παραπάνω διήγημα γράφτηκε για τον 11ο Πανελλήνιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό "Χριστόδουλος και Μαρία Πετρίδη" που διοργάνωσαν το Πετρίδειο Ίδρυμα σε συνεργασία με τις Εκδόσεις Ζωή και Τέχνη.  Δεν βραβεύτηκε. 



Δευτέρα 20 Οκτωβρίου 2025

ΦΟΥΣΚΑ

  Με πήρε από το χέρι και με οδήγησε στα παρασκήνια. Το καμαρίνι ήταν γεμάτο από πιωμένους καλλιτέχνες. Οι περισσότεροι κρατούσαν από ένα ποτήρι στο χέρι γεμάτο αλκοόλ. Κάποιοι σνίφαραν κόκα πάνω σε κινητά και σε ταυτότητες. Είχαν κάνει γιούφια από τα πενηντάευρα που είχαν λάβει ως προκαταβολή από τον χώρο συναυλιών. Έβγαλε ένα σακουλάκι με χαρτονάκια, έκοψε ένα κομμάτι και το έβαλε στο στόμα μου το οποίο ίσα που άνοιξα. Καθώς το ναρκωτικό άγγιξε την γλώσσα μου ένιωσα την γεύση από τον αντίχειρά του. Καπνός και χόρτο. Άγγιξε το μάγουλό μου απαλά, με πήρε από το χέρι και βγήκαμε πάλι στην πίστα.

   «Θέλεις τσιγάρο;» τον ρώτησα. Κοίταξε το πακέτο στο χέρι μου και μου απάντησε πως δεν καπνίζει ψεύτες. Έβγαλα ένα μεγάλο χαρτάκι, μια τζιβάνα, ένα σακουλάκι χόρτο που είχα καβατζώσει στο σουτιέν μου κι άρχισα να στρίβω. Μοιραστήκαμε το τσιγάρο καθώς χορεύαμε. Το χαμόγελό του ήταν υπέροχο. Ένιωθα ευπρόσδεκτη. Όταν σβήσαμε τον μπάφο μας, πήγαμε στο μπαρ και παραγγείλαμε ποτά κι ένα μπουκαλάκι νερό. Στην παρέα μας θα είχαμε και μαντάμ. Βηματίσαμε κατά μήκος του τοίχου πίσω από το μπαρ και στην γωνία πριν την σκηνή, φτιάξαμε το μαγικό μας φίλτρο ρίχνοντας την κρυσταλλική σκόνη στο μπουκαλάκι με το νερό. Την χτυπήσαμε καλά και μοιραστήκαμε μερικές γουλιές.

    Σε κάθε γάρο μου έδινε ανάποδες και κάθε φορά ερχόταν όλο και πιο κοντά στα χείλη μου. Χορεύαμε, τσουγκρίζαμε, γελούσαμε. Ο κόσμος γύρω μας κινούταν σε γρήγορη κίνηση και ‘μείς βρισκόμασταν σε μια χαρούμενη πολύχρωμη φούσκα. Σταματήσαμε τον ξέφρενο χορό για να στρίψουμε άλλο ένα τσιγάρο και να πιούμε λίγη molly. Μόλις του γύρισα το τσιγάρο, το πήρε στα δάχτυλά του και πλησίασε το πρόσωπό του στο δικό μου. «Μ’ αρέσει που είσαι τόσο αληθινή» μου είπε σιγανά στ’ αυτί και με φίλησε παθιασμένα. Ήταν το πρώτο μας φιλί.

   Ο ήλιος είχε βγει στον κρύο ουρανό. Του είχα πει να μην οδηγήσει. Θυμάμαι να περιμένω το τηλέφωνό μου να χτυπήσει. Οι ώρες περνούσαν και το ξενέρωμα από την μαντάμ ήταν ανυπόφορο. Έκανα το ένα τσιγάρο πίσω από το άλλο χωρίς να καταλαβαίνω τι καπνίζω. Κοιτούσα το κινητό μου μέχρι που χτύπησε. Ήταν ο κολλητός του, με ρωτούσε τι είχαμε πιεί και τον ρωτούσα τι έγινε. Φώναζε άλλα η φωνή του ήταν σπασμένη. Η φούσκα έσκασε με τον χειρότερο τρόπο. Κι από τότε ο στίχος «εμείς γνωρίσαμε άγρια την παγίδα του ονείρου, κεριά που σιγοκαίνε στα εκκλησάκια του Φαλήρου» έγινε πραγματικότητά μου.



Το παραπάνω διήγημα γράφτηκε για τον 8ο διαγωνισμό του ΙΑΝΟΥ με θέμα "Με το βλέμμα σ' ένα στίχο". Δεν βραβεύτηκε. 

Πέμπτη 27 Φεβρουαρίου 2025

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟ ΔΙΗΓΗΜΑ «ΜΙΑ ΓΙΟΡΤΙΝΉ ΜΈΡΑ» ΓΙΑ ΤΟΝ 1ο ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟΥ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ, ΠΑΡΑΜΥΘΙΟΥ & ΠΟΙΗΣΗΣ ΚΕΦΑΛΟΣ

 

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟ ΔΙΗΓΗΜΑ «ΜΙΑ ΓΙΟΡΤΙΝΉ ΜΈΡΑ»

ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ ΜΠΑΛΤΑΚΗ ΟΛΥΜΠΙΑ

 

   Οι κόκκινες Χριστουγεννιάτικες μπάλες που ήταν κρεμασμένες στο έλατο αντικατόπτριζαν τις πολύχρωμες λάμψεις που έριχναν χαρούμενα πάνω τους  τα λαμπιόνια. Η Μερσίνα καθώς στόλιζε το Χριστουγεννιάτικο τραπέζι έστρεψε το βλέμμα της έξω από το παράθυρο στο χιονισμένο τοπίο πλημμυρισμένη από ελπιδοφόρες σκέψεις και δυσάρεστες αναμνήσεις. Πόσα χρόνια πέρασαν από την τελευταία φορά που είχαν γιορτάσει όλοι μαζί; Ο πατέρας των παιδιών της ήταν πολύ καιρό απών από τη ζωή τους. Το διαζύγιο είχε κοστίσει σε όλους αλλά περισσότερο στον μικρό Δημήτρη. Η Λίλα αν και μικρότερή του, το αντιμετώπισε με ενήλικη ωριμότητα ενώ ο αδερφός της θεώρησε τον εαυτό του υπεύθυνο για τον χωρισμό τον γονιών του. «Τι ευτυχία που θα είμαστε πάλι όλοι μαζί αυτές τις Άγιες ημέρες» σκεφτόταν η Μερσίνα. Τα πορσελάνινα σερβίτσια, τα κρυστάλλινα ποτήρια και τα ασημένια μαχαιροπίρουνα πυρολαμπύριζαν στο τραπέζι δημιουργώντας μια ασύλληπτη ευφορία στην καρδιά της μητέρας. Τα τελευταία χρόνια ο Δημήτρης λόγω της χρήσης ουσιών είχε απομακρυνθεί από την οικογενειακή θαλπωρή, πράγμα που λυπούσε απερίφραστα την μητέρα και την αδερφή του. «Θεέ μου, σε ευχαριστώ που θα έχω και τα δύο παιδιά μου σήμερα μαζί μου».

    Ένα μήνα πριν, το τηλέφωνο της Μερσίνας ήχησε. Στην γραμμή ήταν ο Δημήτρης, ο οποίος της εξήγησε πως ένα από τα βήματα της απεξάρτησης ήταν η απολογία σε αυτούς που αγαπούσε και είχε πληγώσει. Η Μερσίνα με δάκρυα χαράς για το αισιόδοξο βήμα τον κάλεσε να περάσουν οικογενειακά τις γιορτινές ημέρες. Πρόσθεσε στο τραπέζι τα ασημένια κηροπήγια που ήταν προίκα της φυλαγμένη από την προ-γιαγιά της και συλλογίστηκε αν τα φαγητά που είχε προετοιμάσει θα ήταν αρκετά. Ιδιαίτερα για τον γιό της που η όρεξή του για την εξαιρετική μαγειρική της μητέρας του, πριν την χρήση τουλάχιστον, ήταν ακόρεστη.

  Η Λίλα είχε διαλέξει δώρο για την μητέρα της ένα συλλεκτικό κρυστάλλινο σετ μικρογραφιών γνωστής φίρμας. Υποψιαζόταν πως ο αδερφός της δεν θα έφερνε κάτι κι έτσι αγόρασε εκ μέρους του έναν πίνακα διάσημου καλλιτέχνη. Ήταν περήφανη για τις επιλογές της αφού γνώριζε το εκλεπτυσμένο γούστο της μητέρας της. Το χρονόμετρο του φούρνου που χτυπούσε δυνατά έβγαλε την Μερσίνα από τις σκέψεις της. Έτρεξε γρήγορα να ελέγξει την παραδοσιακή γεμιστή γαλοπούλα που αργοψηνόταν. Το χοιρινό μπούτι που το είχε μαγειρέψει  με σκόρδο και δεντρολίβανο ήταν ήδη έτοιμο και σκεπασμένο με αλουμινόχαρτο για να μην πέσει η θερμοκρασία  του. Οι κουραμπιέδες, τα μελομακάρονα και οι δίπλες ήταν ήδη τοποθετημένα στις Χριστουγεννιάτικες πιατέλες επάνω στο τραπεζάκι του σαλονιού ανάμεσα σε διακοσμητικά αγγελάκια και ελαφάκια.

   Κάθισε στην αγαπημένη της πολυθρόνα δίπλα στο τζάκι προσμένοντας την άφιξη των παιδιών της. Αθέλητα ευχάριστες αναμνήσεις ξεπήδησαν στο μυαλό της. Θυμήθηκε εκείνη την χρονιά που αντικατέστησε το ευτελές δώρο της νονάς του Δημήτρη με το παιχνίδι που λαχταρούσε ικανοποιώντας την επιθυμία του γιού της. Μέχρι και σήμερα, στα αυτιά της αντηχούσε ο γάργαρος ήχος του γέλιου του και η εικόνα από το φωτισμένο προσωπάκι του όταν ανυπόμονα άνοιξε το δώρο του.    

    Σήμερα, κάτω από το δέντρο είχε τοποθετήσει αρκετά πακέτα. Κάποια ήταν για τα παιδιά της και τα υπόλοιπα προοριζόταν για τα παιδιά των φίλων της. Τα είχε διαλέξει όλα ένα προς ένα και τα είχε αμπαλάρει με Χριστουγεννιάτικα περιτυλίγματα. Για την Λίλα είχε προμηθευτεί ασημένιες κορνίζες στις οποίες είχε ήδη περάσει οικογενειακές φωτογραφίες. Υπήρχε άλλο ένα πακέτο για την Λίλα που περιείχε ένα χρυσό μενταγιόν με ρουμπίνι που κάποτε ανήκε στην γιαγιά της. Για τον Δημήτρη είχε διαλέξει ένα έξυπνο ρολόι χειρός που της το είχε προτείνει ο υπάλληλος του καταστήματος αφού η ίδια δεν διέθετε γνώσεις σχετικά με την μοντέρνα τεχνολογία. Το δεύτερο δώρο του Δημήτρη ήταν η εκπλήρωση της παιδικής του επιθυμίας να αποκτήσει το αρχείο του παππού του από τον πόλεμο ώστε να γράψει ένα βιβλίο για την ιστορία της οικογένειάς του. Εδώ και πολλά χρόνια η Μερσίνα φύλαγε το αρχείο σαν θησαυρό για να το παραδώσει στον γιο της, όταν εκείνος θα ήταν έτοιμος.

   Τα γιορτινά στολίδια της θύμισαν τα Χριστούγεννα που η Λίλα είχε σπάσει το πόδι της. Ο Δημήτρης ζωγράφιζε επάνω στον γύψο Άγιο-Βασίληδες και έλκηθρα. Τα αδέρφια άρχισαν να μαλώνουν για έναν χιονάνθρωπο που ο Δημήτρης ήθελε να σχηματίσει μόνο το περίγραμμά του ενώ η Λίλα ήθελε να τον βάψουν μπλε. Γέλασε με την ανάμνηση από τα καμώματα των παιδιών της. Με το χαμόγελο ακόμη στα χείλη και συνεπαρμένη από τις Χριστουγεννιάτικες αναμνήσεις σηκώθηκε από την πολυθρόνα της για να προσθέσει ξύλα στο τζάκι και να αναθερμάνει την φλόγα. Η μυρωδιά του φαγητού από την κουζίνα έφτασε στα ρουθούνια της κι έσπευσε να το βγάλει από τον φούρνο.

   Οι ώρες της αναμονής έμοιαζαν ατελείωτες.  Αναρωτήθηκε μήπως τα παιδιά της είχαν αλλάξει γνώμη. Δεν θα άντεχε να περάσει άλλα Χριστούγεννα μόνη της. Η πολυθρόνα της, της πρόσφερε για άλλη μια φορά τη ζεστασιά που αποζητούσε. Κοίταξε με κενό βλέμμα τον τοίχο επάνω από το τζάκι και ο νους της ταξίδεψε στα πρώτα Χριστούγεννα που έγινε φανερός ο εθισμός του Δημήτρη. Το παιδί είχε γυρίσει στο σπίτι χάλια κι απειλούσε να βάλει τέρμα στη ζωή του. Μητέρα και κόρη τον αντιμετώπισαν συγκρατημένα χωρίς επιτυχία. Η ένταση του νεαρού συνεχίστηκε με αποκορύφωμα να κόψει τις φλέβες των χεριών του μπροστά τους. Εκείνα τα Χριστούγεννα, η Μερσίνα ευχόταν, να μην είχαν υπάρξει ποτέ. Με την ψύχραιμη καθοδήγηση της μητέρας της, η Λίλα έτρεξε στο μπάνιο κι έφερε το κουτί των πρώτων βοηθειών για να τον περιθάλψουν. Οι δύο γυναίκες μαζί περιποιήθηκαν κι έδεσαν τα τραύματα του νεαρού ο οποίος παραληρούσε.

   «Εύχομαι καμία μάνα να μην περάσει αυτά που πέρασα εγώ» μονολόγησε σαν προσευχή. Κούνησε το κεφάλι της σε μια προσπάθεια να διώξει τις δυσάρεστες αναμνήσεις. Ανακάλεσε την ημέρα των γενεθλίων του Δημήτρη που σήμανε την ενηλικίωση του. Η Λίλα είχε φέρει μια μεγάλη τούρτα της ποδοσφαιρικής ομάδας που υποστήριζε ο αδερφός της. Του είχαν ετοιμάσει πάρτι έκπληξη και μαζί με τους καλεσμένους τον περίμεναν να γυρίσει σπίτι. Ένα τηλεφώνημα ανέτρεψε τα σχέδιά τους. Ο Δημήτρης βρισκόταν στο νοσοκομείο από υπερβολική δόση. Δάκρυα γέμισαν τα μάτια της για εκατομμυριοστή φορά και προσπάθησε να αποδιώξει τις αρνητικές σκέψεις από το μυαλό της.

   Εγκατέλειψε την ζεστή της γωνία για να ετοιμαστεί. Είχε διαλέξει προσεκτικά τα ρούχα που θα φορούσε αυτήν την σημαντική ημέρα. Ήθελε αυτά τα Χριστούγεννα να μείνουν χαραγμένα στην ψυχή των παιδιών της παντοτινά. Έπρεπε να είναι όλα μοναδικά και υπέρλαμπρα. Αφού άλλαξε, επέστρεψε στην τραπεζαρία κι έκανε έναν γύρο από το τραπέζι προσπαθώντας να διορθώσει και την παραμικρή ατέλεια ενώ ταυτόχρονα πίεζε τον εαυτό της να εξορίσει κάθε τοξικότητα που είχε υπάρξει στη ζωή την δική της και των παιδιών της.                

  Το ρολόι του τοίχου σήμανε δώδεκα. Από στιγμή σε στιγμή περίμενε να χτυπήσει το κουδούνι της εξώπορτας και να αντικρύσει τα αγαπημένα πρόσωπα των παιδιών της. Η κούραση βάρυνε τα μάτια της κι έκλεισε τα βλέφαρα της για να ξεκουραστεί. Πριν την πάρει ο ύπνος, οι χαρούμενες φωνές των παιδιών της την σήκωσαν για άλλη μια φορά από τη θέση της και με ανείπωτη αγωνία έτρεξε στην πόρτα. Έπιασε το χερούλι με ένα μικρό τρέμουλο στα χέρια και πριν ανοίξει διάπλατα η κόρη της ήταν ήδη μέσα στην αγκαλιά της. Πίσω από την Λίλα, στεκόταν ο Δημήτρης αμήχανος ρίχνοντας το βάρος του από το ένα πόδι στο άλλο. Η Μερσίνα άνοιξε τα χέρια της κοιτάζοντας τον γιο της στα μάτια. Η μητρική στοργή τον τράβηξε σαν μαγνήτης και ακούμπησε το κεφάλι του στο στήθος της απολαμβάνοντας το μητρικό χάδι που τόσο του είχε λείψει.

   «Συγγνώμη μανούλα, συγγνώμη για όλα. Συγγνώμη για όλες τις φορές που σε πλήγωσα και για την θλίψη που σου προκάλεσα» είπε ο Δημήτρης κλαίγοντας. «Αγόρι μου,» είπε η Μερσίνα, «δεν υπάρχει τίποτα να σου συγχωρήσω, μου αρκεί που είσαι εσύ καλά. Ήταν το μόνο για το οποίο προσευχόμουν και προσεύχομαι ακόμα». Τα δάκρυα στα μάτια του γιού της έσφιξαν την καρδιά της και με τα δάχτυλά της προσπάθησε να τα διώξει, να τα εξαφανίσει από την ζωή του και τη ζωή της οικογένειας. Ο Δημήτρης βρήκε τον τρόπο να εκφράσει την έκρηξη των συναισθημάτων του τυλίγοντας τα χέρια του γύρω από τη μέση της μητέρας του και σηκώνοντάς την ψηλά. Η Μερσίνα γέλασε ευτυχισμένη κι ο γιος της ανταπέδωσε την χαρά της. Το γέλιο και η ευτυχία πέρασε και στους τρεις τους και όλο το σπίτι έλαμψε από το πνεύμα των Χριστουγέννων.

   Στην τραπεζαρία η Μερσίνα άναψε τα κεριά και η Λίλα την βοήθησε στο σερβίρισμα. Ο Δημήτρης επαινούσε την μητέρα του για το γεμάτο γιορτινό, υπέροχο τραπέζι. Το δείπνο της επανένωσης έθεσε τα θεμέλια για την δημιουργία καινούργιων ευχάριστων αναμνήσεων. Η Μερσίνα παρατηρούσε τα βλέμματα των παιδιών της που συχνά έπεφταν στα πακέτα που βρισκόταν κάτω από το δέντρο. Χαμογέλασε και τους ρώτησε «Χορτάσατε; Θέλετε να ανοίξουμε τα δώρα;» Η Λίλα ενθουσιασμένη πετάχτηκε από την θέση της σαν ελατήριο κι έτρεξε προς το στολισμένο δέντρο. Ο Δημήτρης που βρισκόταν στο κατόπι της την έσπρωξε πειρακτικά για να περάσει δήθεν πρώτος όπως έκαναν όταν ήταν μικροί. Τα συναισθήματα που ακολούθησαν τις επόμενες στιγμές ύστερα από το άνοιγμα των δώρων εναλλάσσονταν από την έκπληξη στην ευγνωμοσύνη. Η Λίλα κι ο Δημήτρης μέσα από την χειρονομία της μητέρας τους κατάλαβαν την αγάπη, την στοργή και την προσπάθεια που είχε καταβάλει αυτή ώστε τα δώρα τους να είναι ανεκτίμητα και να σημάνουν μια νέα αρχή για την οικογένεια τους.

   Το ρολόι σήμανε δώδεκα και μισή. Η Λίλα είχε χτυπήσει το κουδούνι αρκετές φορές και κατέληξε να ανοίξει το σπίτι της μητέρας της με τα κλειδιά της. Πέρασε στο κρύο σαλόνι. Το τζάκι είχε σβήσει αφήνοντας μόνο στάχτες. Η μητέρα της, βρισκόταν στην πολυθρόνα της με τα μάτια κλειστά. Την πλησίασε ενώ οι χτύποι της καρδιάς της επιταχύνθηκαν επικίνδυνα. Την χάιδεψε στο μέτωπο κι ένιωσε το δέρμα της μητέρας της κρύο κάτω από τα δάχτυλά της. «Είσαι καλά μανούλα;» κατάφερε να πει από το σοκ την ώρα που συνειδητοποιούσε ότι η μητέρα της είχε φύγει. Τα λαμπάκια στο δέντρο αναβόσβηναν επιμένοντας στην υλική τους αδιαφορία. Γύρισε το βλέμμα της στον αδερφό της που την είχε ακολουθήσει στο σαλόνι ψελλίζοντας με πόνο το όνομά του. «Δημήτρη;» Αυτός, παγωμένος την πλησίασε, την αγκάλιασε από τους ώμους κι ένα δάκρυ κύλησε στο μάγουλό του. Η Λίλα άπλωσε το χέρι της και σκούπισε το δάκρυ του αδερφού της προσπαθώντας να τον παρηγορήσει. Ο Δημήτρης με τρεμουλιαστή φωνή είπε «Αδερφούλα βλέπεις ότι χαμογελάει ή εμένα μου φαίνεται έτσι;» Η αδερφή του αποκρίθηκε κλαίγοντας «Κοίτα, τα είχε όλα έτοιμα. Δες το τραπέζι, τα φαγητά στον φούρνο και τα δώρα μας κάτω από το δέντρο. Μας αγαπούσε η μαμά.»

   «Ξέρεις τι λένε αδερφούλα; Ότι όποιος φεύγει τέτοια μέρα ήταν καλός άνθρωπος.»

 

 

ΤΕΛΟΣ







Η ΠΑΓΊΔΑ