Τρίτη 10 Μαρτίου 2026

Η ΠΑΓΊΔΑ

 

ΕΙΣΑΓΩΓΉ

   Η οικογένεια Φιλίππου κατοικούσε σε ένα μεγάλο αστικό κέντρο. Οι δρόμοι που περνούσαν κάτω από το μπαλκόνι τους ήταν πολύβουοι, μέρα και νύχτα. Ήταν μια ευτυχισμένη τριμελής οικογένεια. Η μητέρα εργαζόταν σε ένα νοσοκομείο της πόλης ενδυναμώνοντας το νοσηλευτικό προσωπικό, ενώ ο πατέρας εργαζόταν από το σπίτι ως λογιστής για μια επιχείρηση ένδυσης. Ο γιος τους σύντομα θα ξεκινούσε την πέμπτη δημοτικού. Ο χαρακτήρας του αγοριού είχε δώσει δείγματα υπευθυνότητας που άρμοζαν σε παιδιά μεγαλύτερα από την ηλικία του κι έτσι οι γονείς του είχαν αποφασίσει πως είχε έρθει η ώρα να πηγαίνει στο σχολείο μόνος του. Το σχολείο απείχε μόλις τρία τετράγωνα από το σπίτι τους. Ενδιάμεσα υπήρχε ένα πάρκο που τα δέντρα και η χλόη του έσπαζαν την μονοτονία του γκρίζου των γύρω πολυκατοικιών και αποτελούσε σημείο συνάντησης της νεολαίας της γειτονιάς. Παρά την εμπιστοσύνη που έδειχναν οι γονείς στον μικρό, του είχαν αγοράσει ένα smartwatch με ενσωματωμένο GPS. Ο πατέρας κατέβασε την εφαρμογή στο κινητό τηλέφωνό του και σύνδεσε το smartwatch. Έπειτα, οι γονείς έδειξαν στον μικρό πως να πραγματοποιεί κλήσεις σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης. Δεν ήθελαν να του αγοράσουν δικό του κινητό τηλέφωνο γιατί δεν θεωρούσαν σωστή τακτική διαπαιδαγώγησης την ανάθεση της δουλειάς τους σε μια οθόνη. Το ίδιο απόγευμα, όταν ο γιος του με την μητέρα του πήγαν βόλτα στο πάρκο, ο πατέρας τσέκαρε την ορθή λειτουργεία του ρολογιού τελευταίας τεχνολογίας η οποία ήταν άψογη.

   Την πρώτη εβδομάδα του σχολείου, κάθε πρωί ο πατέρας του μικρού τον έπαιρνε στο κατόπι για να βεβαιωθεί πως όλα ήταν καλά, πως ο γιος του ήταν ασφαλής, πως ήξερε να περνάει τους δρόμους δίχως να θέτει τον εαυτό του σε κίνδυνο και πως έφτανε στον προορισμό του αβλαβής. Το άγχος του πατέρα ήταν απερίγραπτο. Μόνο ένας γονιός μπορούσε να το καταλάβει. Κάθε πρώτη φορά που αφήνεις το παιδί σου να κάνει κάτι μόνο του κυριαρχούν μέσα σου μια ανείπωτη χαρά και ένας αδηφάγος τρόμος. Νιώθεις χαρά βλέποντας την εξέλιξη ενός ανθρώπου να ξεδιπλώνεται μπροστά στα μάτια σου και είσαι ο ίδιος υπεύθυνος για αυτήν. Αισθάνεσαι περήφανος για την αυτοπεποίθηση που έχει το παιδί σου και για όλα τα εργαλεία με τα οποία το έχεις εξοπλίσει. Παράλληλα τρόμος για τα πάντα. Για όλα όσα θα μπορούσαν να πάνε λάθος. Από το μικρότερο, να πέσει κατά λάθος και να γρατσουνιστεί μέχρι το χειρότερο σενάριο, να το απαγάγουν και να μην το ξαναδείς ποτέ. Ως γονείς είχαν εκπαιδεύσει τον γιο τους σωστά. Στο τέλος της εβδομάδας που ο τρόμος είχε κάπως καταλαγιάσει, άρχισε να τσεκάρει το GPS από το ρολόι του γιου του αντί να τον παρακολουθεί.

   Είχε περάσει κοντά ένας μήνας από το άνοιγμα των σχολείων. Το παιδί ακολουθούσε μια σίγουρη διαδρομή. Μετά το σχόλασμα κάποιες φορές έκανε στάση στο πάρκο που βρισκόταν ανάμεσα στο σχολείο και το σπίτι του. Την πρώτη φορά που έκανε αυτή την στάση είχε ειδοποιήσει τους γονείς του από την προηγούμενη ημέρα κι έτσι ο πατέρας του ήλεγχε το GPS στην εφαρμογή του κάθε λίγα δευτερόλεπτα πιστεύοντας πως έτσι θα καταπολεμούσε το άγχος του. Έβλεπε μια κουκίδα στον χάρτη. Αυτό ήταν ο γιός του, μια κουκίδα που κινούταν πάνω - κάτω σε ένα πράσινο κομμάτι. Λογικά θα έπαιζε κυνηγητό με τα παιδιά του σχολείου του, υπέθεσε ο πατέρας από την κίνηση της κουκίδας. Από εκείνη την ημέρα και ύστερα η στάση στο πάρκο γινόταν πιο συχνά με το άγχος του πατέρα κάθε φορά να μένει το ίδιο. Του πρόσφερε όμως μια παρηγοριά η κουκίδα που κινούταν στον χάρτη κάθε φορά που κοιτούσε την εφαρμογή στο τηλέφωνό του.

ΚΕΦ.1

   Η γυναίκα του γύρισε εξαντλημένη από την νυχτερινή της βάρδια στο νοσοκομείο. Στο σπίτι της επικρατούσε ακόμα ησυχία. Έβγαλε τα παπούτσια της στην είσοδο και κατευθύνθηκε στην κουζίνα. Έβγαλε από το ψυγείο αυγά, γάλα και ψωμί. Έσπασε τα αυγά σε ένα βαθύ μπολ και άρχισε να τα χτυπάει. Σε ένα άλλο μπολ άδειασε λίγο γάλα. Έβαλε ένα τηγάνι στην εστία της κουζίνας που την είχε ανάψει. Πήρε μια φέτα ψωμί την βούτηξε στο γάλα μετά στο αυγό και τέλος την έριξε στο τηγάνι. Μόλις το ψωμί ρόδισε κι από τις δύο πλευρές το έβγαλε από το σκεύος και το τοποθέτησε σε ένα πιάτο. Επανέλαβε την διαδικασία ετοιμάζοντας αρκετές φέτες ψωμί ακόμα. Μόλις τελείωσε, στις μισές άπλωσε μέλι και τις υπόλοιπες τις σέρβιρε με τυριά και αλλαντικά σε ένα δεύτερο πιάτο αφήνοντάς τα όλα μαζί στο τραπέζι της κουζίνας. Άνοιξε ένα από τα ντουλάπια βγάζοντας ένα μπρίκι για να ετοιμάσει τον καφέ του άντρα της που σύντομα θα ξυπνούσε. Ένιωσε ένα χάδι στην πλάτη της που έστειλε ρίγη ανατριχίλας σε όλο της το σώμα. Γύρισε απότομα το κορμί της μα η κουζίνα ήταν άδεια. Το απέδωσε στην κούραση και ξεκίνησε να φτιάχνει τον καφέ. Άκουσε βήματα πίσω της και γύρισε για άλλη μια φορά αντικρίζοντας τον άντρα της που μόλις είχε ξυπνήσει.

   Την φίλησε απαλά στο μάγουλο και την ευχαρίστησε για το πρωινό που είχε ετοιμάσει. Πήρε την κούπα με τον καφέ από τα χέρια της και την έστειλε για ύπνο. Πριν πάει στο υπνοδωμάτιό τους, την άκουσε να μπαίνει στο δωμάτιο του γιού της για να του ψιθυρίσει λόγια μητρικής αγάπης και στοργής. Έπινε τον καφέ του καθώς παρατήρησε κάτι περίεργο στην ατμόσφαιρα, ήταν κάπως βαριά, μουντή. Ίσως να τον είχε επηρεάσει η θέα από το παράθυρο της κουζίνας. Μαύρα σύννεφα είχαν απλωθεί στον ουρανό προμηνύοντας την καταιγίδα που πλησίαζε απειλητικά. Ο γιος του μπήκε στην κουζίνα τραβώντας τον μακριά από τις σκέψεις του. Άρπαξε με τα δαχτυλάκια του σαν σκανταλιάρικο καλικαντζαράκι μια αυγόφετα με μέλι κι άρχισε να την κατασπαράζει. Με τα χέρια γεμάτα μέλι αφού τελείωσε με την πρώτη σέρβιρε στον εαυτό του και δεύτερη. Ήπιε το γάλα του και μόλις τελείωσε το φαγοπότι έτρεξε στο μπάνιο να πλυθεί και να ντυθεί για το σχολείο. Καμάρωνε που ο γιος του ήταν τόσο ανεξάρτητος. Πέρασαν μόλις λίγα λεπτά όταν άκουσε πάλι τον χαρωπό βηματισμό του γιου του. Βγήκε από την κουζίνα στο χολ όπου ο γιος του φορούσε τα παπούτσια του. Δυσκολευόταν ακόμα με τα κορδόνια αλλά ήταν πολύ πεισματάρης για να δεχτεί βοήθεια. Αφού κατάφερε και τα έδεσε ακολουθώντας τις οδηγίες του πατέρα του, που κι αυτές με δυσκολία τις δέχτηκε, τον χαιρέτησε αγκαλιάζοντάς τον σφιχτά, λέγοντάς του πως τον αγαπά πολύ. Έκλεισε την πόρτα πίσω του ενώ ο πατέρας του έβγαζε το κινητό από την τσέπη της πιτζάμας του για να ανοίξει την εφαρμογή που ήταν συνδεδεμένο το GPS.

ΚΕΦ. 2

  Πολλές φορές όσο δούλευε άφηνε ανοιχτή την εφαρμογή στο κινητό του και το τοποθετούσε δίπλα στην οθόνη του υπολογιστή ώστε να το κοιτάζει όποτε ήθελε. Η κουκίδα τα πρωινά περιοριζόταν στο έδαφος που καταλάμβανε το σχολείο στον χάρτη. Μια φορά, λίγο μετά την έναρξη του μαθήματος, είδε την κουκίδα να βγαίνει από την περίμετρο του σχολείου και να κατευθύνεται προς την αντίθετη πλευρά από το σπίτι τους. Γνώριζε πως ο γιος του θα πήγαινε εκδρομή με το σχολείο σε κάποιο μουσείο αλλά όσο η πινέζα με την τοποθεσία του γιου του απομακρυνόταν από την δική του τοποθεσία τόσο περισσότερο ένιωθε να πνίγεται και να ασφυκτιά. Γύρισε τα μάτια του στην οθόνη του υπολογιστή που είχε ανοίξει διάφορα λογιστικά φύλλα ενημερώνοντας έσοδα, έξοδα και μισθοδοσίες. Προσπάθησε να συγκεντρωθεί αλλά το ψιλόβροχο που χτυπούσε στο τζάμι δεν τον βοηθούσε καθόλου.

  Την είχε πάρει ο ύπνος σχετικά γρήγορα. Το τελευταίο πράγμα που άκουσε πριν κοιμηθεί ήταν το χαρωπό βήμα του γιου της. Το ζεστό ντους που είχε κάνει πριν ξαπλώσει την είχε χαλαρώσει πλήρως. Τα όνειρά της, όμως, της έκρουαν τους κώδωνες του κινδύνου. Στην αρχή ήρθε ο πατέρας της, τον είχε χάσει όταν ήταν ακόμα κοριτσάκι. Τον είδε ψηλό και καλοντυμένο αλλά με γυμνά πόδια. Προσπαθούσε να της μιλήσει αλλά αυτή δεν τον άκουγε. Άνοιξε τα μάτια της για λίγα δευτερόλεπτα κι άκουσε τη βροχή που χτυπούσε στο τζάμι του υπνοδωματίου. Σύντομα ξανακοιμήθηκε. Αυτή τη φορά την επισκέφθηκε η γιαγιά της, η μητέρα της μητέρας της που την έχασε μια πενταετία πριν. Ήταν λυπημένη, μαυροντυμένη κι έκλαιγε. Άνοιξε τα μάτια της για άλλη μια φορά κι άλλαξε πλευρό ελπίζοντας να μην έρθει άλλος νεκρός στον ύπνο της.

   Το φως στο γραφείο του ήταν λιγοστό κι ας ήταν πρωί. Άναψε το μικρό φωτιστικό που βρισκόταν πάνω στην ξύλινη επιφάνεια και έγειρε πίσω στην δερμάτινη καρέκλα. Έπιασε την κούπα να πιεί μια γουλιά καφέ συνειδητοποιώντας πως είχε τελειώσει. Σηκώθηκε τεντώνοντας το σώμα του και βημάτισε αργά στην κουζίνα. Έπλυνε το μπρίκι και ξεκίνησε να φτιάχνει τον καφέ του. Μέχρι αυτός να ετοιμαστεί, έπλυνε όσο πιο αθόρυβα μπορούσε τα λιγοστά πιάτα από το πρωινό. Έβγαλε από τη φωτιά το μπρίκι με τον καφέ που είχε φουσκώσει και τον έχυσε σε μια καθαρή κούπα. Ήπιε μια καυτή γουλιά και επέστρεψε στο γραφείο του. Μόλις έκατσε, ανανέωσε την εφαρμογή στο κινητό του. Ο γιος του ήταν στο σχολείο και κρίνοντας από την κουκίδα που τον αντιπροσώπευε μάλλον είχε γυμναστική καθώς κινούταν περιμετρικά της αυλής του σχολείου σαν να τρέχει. Συνέχισε την εργασία του λίγο πιο ξέγνοιαστος και με περισσότερη αφοσίωση από πριν.

ΚΕΦ. 3

   Η ώρα είχε περάσει σχετικά γρήγορα. Το ρολόι έγραφε 12:30, σε μισή ώρα σχολούσε ο γιος του. Ο ίδιος είχε τελειώσει ένα μεγάλο κομμάτι της εργασίας που του είχαν αναθέσει. Άκουσε την γυναίκα του στο δωμάτιο να στριφογυρνάει στο κρεβάτι για πολλοστή φορά. Φαντάστηκε πως ο ύπνος της ήταν κακός από την ταλαιπωρία. Τον τελευταίο μήνα σχεδόν όλες της οι βάρδιες ήταν νυχτερινές. Αυτές οι βάρδιες πληρωνόταν διπλά αλλά και το τίμημα ήταν μεγάλο. Η γυναίκα του ζούσε σαν βαμπίρ. Δεν μπορούσε να χαρεί τίποτα, ούτε μια βόλτα με τον μικρό, ούτε λίγο χρόνο μόνοι τους. Στον βωμό της οικονομικής άνεσης, η γυναίκα του θυσίαζε υπερβολικά πολλά. Δεν τον πείραζε να μαγειρεύει, να πλένει ρούχα και να κρατάει το σπίτι όσο πιο καθαρό μπορούσε, έτσι κι αλλιώς έκανε αυτές τις δουλειές. Αυτό που τον ενοχλούσε ήταν πως δεν μπορούσε να χαρεί την γυναίκα του. Φοβόταν γι’ αυτήν που καταπονούσε τον εαυτό της τόσο πολύ. Τον προηγούμενο μήνα της είχε προτείνει να ψάξει ο ίδιος για δεύτερη δουλειά αλλά εκείνη ήταν αρνητική. Το επιχείρημά της, που δεν ήταν και λάθος, ήταν πως θα έλειπε υπερβολικά πολλές ώρες και πως ότι εξτρά χρήματα θα εξοικονομούσαν και οι δυο τους, αναγκαστικά θα πήγαιναν σε κάποια νταντά. Μπορεί ο γιος τους να ήταν πανέξυπνος, υπεύθυνος και όσο γινόταν ανεξάρτητος αλλά κανείς τους δεν ένιωθε άνετα να τον αφήνουν για αρκετές ώρες μόνο του στο σπίτι. Κάτι το οποίο του είχαν μάθει φυσικά και τον είχαν εμπιστευθεί μόνο του στο σπίτι αλλά όχι για παραπάνω από μια ώρα. Του είχαν πει να έχει συνέχεια κλειδωμένη την πόρτα και ασφαλισμένη με τον σύρτη. Να μην ανοίξει σε κανέναν την πόρτα του διαμερίσματος, ακόμα κι αν είναι οι γείτονες τους οποίους γνώριζε. Αν χτυπήσει το θυροτηλέφωνο να δει από την ενσωματωμένη κάμερα ποιος είναι, να μην απαντήσει και να μην ανοίξει. Αν πάρει κάτι φωτιά να καλέσει από το σταθερό τηλέφωνο την πυροσβεστική, την αστυνομία, την μαμά και τον μπαμπά. Αν χτυπήσει να καλέσει την αστυνομία, ασθενοφόρο και επίσης την μαμά και τον μπαμπά. Σε γενικές γραμμές είχαν καλύψει τα βασικά σημεία αλλά η ανησυχία ενός γονέα ποτέ δεν καταλαγιάζει.

  Την άκουσε πάλι να γυρνάει πλευρό και να μουρμουρίζει. Βάδισε στα νύχια των ποδιών του προσπαθώντας να κάνει ησυχία και έφτασε στην πόρτα του δωματίου τους. Η γυναίκα του κοιμόταν αλλά είχε μια γκριμάτσα πόνου. Τα φρύδια της είχαν γίνει ένα και το μέτωπό της είχε γεμίσει ρυτίδες. Τα δόντια της έτριζαν από το σφίξιμο. Την πλησίασε και την άγγιξε στο μάγουλο απαλά. Της είπε με χαμηλή φωνή πως όλα ήταν καλά, να ηρεμήσει και να ξεκουραστεί. Φίλησε το μέτωπό της και γύρισε να φύγει. Όπως βγήκε από το δωμάτιό τους αισθάνθηκε ένα κρύο αεράκι να τον διαπερνάει και γύρισε να κοιτάξει για άλλη μια φορά την γυναίκα του η οποία άλλαξε πλευρό ενοχλημένη και μουρμουρίζοντας κάτι ακατάληπτο. Γύρισε στο γραφείο του και κοίταξε την οθόνη του κινητού του που είχε κλειδώσει αυτόματα όπως κάνει όταν δεν το χρησιμοποιείς για ώρα. Το πήρε στα χέρια του και το ξεκλείδωσε. Ανανέωσε την εφαρμογή που ήταν συνδεμένη με το smartwatch του γιου του κι άρχισε να παρακολουθεί. Σύντομα θα χτυπούσε το κουδούνι του σχολάσματος και ο γιος του θα έπαιρνε τον δρόμο της επιστροφής. Ήλπιζε πως λόγω βροχής δεν θα σταματούσε στο πάρκο αυτή τη φορά.

ΚΕΦ. 4

   Ο άντρας της είχε έναν μικρότερο αδερφό, κατά έναν χρόνο, που τον έλεγαν Θανάση. Ο Θανάσης όταν ήταν δώδεκα χρονών είχε εξαφανιστεί. Μάταια τον έψαχναν οι γονείς, οι συγγενείς και οι φίλοι για πολύ καιρό. Ο άντρας της έψαχνε κάθε μέρα, σχεδόν είχε χάσει την σχολική του χρονιά από τις απουσίες. Πίστευε πως αυτός έφταιγε για την εξαφάνιση του μικρού του αδερφού, γιατί αντί να τον συνοδέψει στο σπίτι προτίμησε να κάνει βόλτα με τους φίλους του. Οι ενοχές και οι τύψεις τον ακολουθούσαν πιστά από τότε. Ένα χρόνο από την εξαφάνιση του Θανάση βρέθηκε ένα πτώμα αγοριού λίγο πιο έξω από την πόλη. Έπειτα από εξετάσεις και αρκετή γραφειοκρατία πιστοποιήθηκε πως το άψυχο σώμα του άτυχου αγοριού ήταν του Θανάση. Εκείνη τον είχε δει μόνο σε φωτογραφίες που της είχε δείξει η πεθερά της. Ο άντρας της σπάνια μιλούσε γι’ αυτόν. Όταν γεννήθηκε ο γιος τους, του είχε προτείνει να τον ονομάσουν Θανάση, στην μνήμη του χαμένου του αδερφού αλλά εκείνος αρνήθηκε λέγοντας μόνο πως θα ήταν γρουσουζιά. Ο μικρός Θανάσης όμως, τώρα ήταν στο όνειρό της, φορώντας ένα ολοκάθαρο κάτασπρο λευκό κοντό παντελονάκι κι ένα ασορτί πουκάμισο. Ήταν στον διάδρομο έξω από το δωμάτιο και της μιλούσε αλλά αυτή δεν άκουγε. Έδειχνε με το δάχτυλό του την πόρτα του γιού της και της φώναζε αλλά ήταν όλα βουβά. Η απόλυτη ησυχία. Ξαφνικά άρχισε να ακούει θορύβους από παντού. Συγκεχυμένους ήχους από κόρνες, φρεναρίσματα, τζάμια να σπάνε και μια γυναίκα να ουρλιάζει υστερικά.

   Η κουκίδα βγήκε από το σχολικό συγκρότημα κι άρχισε να κινείται επάνω στον δρόμο που θα τον οδηγούσε σπίτι. Αφού διάνυσε περίπου πενήντα μέτρα σταμάτησε ξαφνικά. Έμεινε για λίγα δευτερόλεπτα ακίνητη κι άρχισε μετά πάλι να δείχνει πως υπάρχει κίνηση. Μόλις έφτασε στο πάρκο σταμάτησε. Ο άντρας κοίταξε την ώρα στην επάνω δεξιά μεριά του κινητού του και ξανά κοίταξε την κουκίδα που ήταν ακίνητη. Πέρασε ένα ολόκληρο λεπτό που η κουκίδα είχε μείνει σταματημένη στον χάρτη. Ένιωσε το στομάχι του να σφίγγεται. Μπορεί να μιλάει με κάποιον φίλο του. Μπορεί να σταμάτησε να δέσει τα κορδόνια του. Έλεγε στον εαυτό του να ηρεμήσει. Κοίταξε την ώρα πάλι. Είχαν περάσει δυο λεπτά και η κουκίδα ήταν ακόμα στο ίδιο σημείο. Ακριβώς στη μέση του πάρκου. Μπορεί να χάλασε η μπαταρία ή να χάθηκε η σύνδεση. Έκλεισε το wifi και το άνοιξε πάλι. Μπήκε στην εφαρμογή αλλά η πινέζα με την τοποθεσία του smartwatch δεν είχε καμία αλλαγή. Μήπως του λύθηκε και του έπεσε από το χέρι; Πήρε βαθιές ανάσες προσπαθώντας να ηρεμήσει τον εαυτό του. Είχαν περάσει πέντε ολόκληρα λεπτά και ασυναίσθητα άρχισε να σκέφτεται τα χειρότερα. Κάτι έπαθε. Χτύπησε ή τον χτύπησαν και δεν μπορεί να κουνηθεί. Τον άρπαξαν πριν προλάβει να ειδοποιήσει και ξεφορτώθηκαν το smartwatch. Αλλά πώς ήξεραν γι’ αυτό; Θα έπρεπε να είναι κάποιος που γνώριζαν. Κοίταξε πάλι την οθόνη, την ώρα και την αμετακίνητη βούλα στον χάρτη. Έπρεπε να ξυπνήσει την γυναίκα του, να πάρει την αστυνομία, να βγει έξω και να ψάξει. Ένα τρομερό αίσθημα πως αυτό το έχει ξαναζήσει του έκοψε την ανάσα. Ένιωσε τον λαιμό του να κλείνει και στο στήθος του ένα τεράστιο βάρος.

ΚΕΦ. 5

  Άκουσε έναν γδούπο στο γραφείο και σηκώθηκε τρομαγμένη. Τα όνειρα της ήταν αγχωτικά και δεν θα της έλειπαν καθόλου. Πήγε στο γραφείο και είδε τον άντρα της πεσμένο στο πάτωμα. Στο ένα χέρι κρατούσε το κινητό του και με το άλλο έπιανε τον θώρακά του. Το πρόσωπό του είχε μετατραπεί σε μια μάσκα πόνου. Η ανάσα του είχε γίνει ρηχή. Πήγε τρέχοντας δίπλα του καλώντας ταυτόχρονα ασθενοφόρο. Κανένας από τους δύο δεν άκουσε τα κλειδιά στην πόρτα και τον χαρωπό βηματισμό του γιου τους. Το ρολόι δεν δούλευε γιατί κατά λάθος το είχε βρέξει ενώ έπινε νερό από τις βρύσες του σχολείου.

  Πέρασε στο γραφείο και είδε τους γονείς του στο πάτωμα. Η μητέρα του φώναζε στον πατέρα του να περιμένει και πως το ασθενοφόρο ήταν κοντά. Εκείνος κοίταξε τον μικρό στα μάτια, του χαμογέλασε και μετά το βλέμμα του άδειασε. Η μητέρα του έκλαιγε με λυγμούς. Κοίταξε τον γιο της που στεκόταν στην είσοδο του δωματίου παγωμένος. Σύρθηκε κοντά του και τον αγκάλιασε, τον σήκωσε στα χέρια της και πήγαν στην είσοδο του διαμερίσματος για να περιμένουν το ασθενοφόρο.

ΕΠΊΛΟΓΟΣ

  Η ζωή είναι γεμάτη παγίδες. Δεν υπάρχει καμία ξεκάθαρη απάντηση στα αιώνια ερωτήματα των ανθρώπων. Η ασφάλεια και ο έλεγχος είναι μια αυταπάτη. Το ένστικτο δεν είναι κάτι στο οποίο μπορείς να βασιστείς και όλα τα σημάδια ερμηνεύονται υποκειμενικά αναλόγως με τον άνθρωπο. Η τεχνολογία μπορεί να σου προσφέρει μια ψευδαίσθηση ασφάλειας αλλά δεν παύει να είναι μια καλοφτιαγμένη ψευδαίσθηση. Όλα είναι μια παγίδα που σε περιμένουν να πέσεις μέσα…


Το παραπάνω διήγημα γράφτηκε για τον 11ο Πανελλήνιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό "Χριστόδουλος και Μαρία Πετρίδη" που διοργάνωσαν το Πετρίδειο Ίδρυμα σε συνεργασία με τις Εκδόσεις Ζωή και Τέχνη.  Δεν βραβεύτηκε. 



Δευτέρα 20 Οκτωβρίου 2025

ΦΟΥΣΚΑ

  Με πήρε από το χέρι και με οδήγησε στα παρασκήνια. Το καμαρίνι ήταν γεμάτο από πιωμένους καλλιτέχνες. Οι περισσότεροι κρατούσαν από ένα ποτήρι στο χέρι γεμάτο αλκοόλ. Κάποιοι σνίφαραν κόκα πάνω σε κινητά και σε ταυτότητες. Είχαν κάνει γιούφια από τα πενηντάευρα που είχαν λάβει ως προκαταβολή από τον χώρο συναυλιών. Έβγαλε ένα σακουλάκι με χαρτονάκια, έκοψε ένα κομμάτι και το έβαλε στο στόμα μου το οποίο ίσα που άνοιξα. Καθώς το ναρκωτικό άγγιξε την γλώσσα μου ένιωσα την γεύση από τον αντίχειρά του. Καπνός και χόρτο. Άγγιξε το μάγουλό μου απαλά, με πήρε από το χέρι και βγήκαμε πάλι στην πίστα.

   «Θέλεις τσιγάρο;» τον ρώτησα. Κοίταξε το πακέτο στο χέρι μου και μου απάντησε πως δεν καπνίζει ψεύτες. Έβγαλα ένα μεγάλο χαρτάκι, μια τζιβάνα, ένα σακουλάκι χόρτο που είχα καβατζώσει στο σουτιέν μου κι άρχισα να στρίβω. Μοιραστήκαμε το τσιγάρο καθώς χορεύαμε. Το χαμόγελό του ήταν υπέροχο. Ένιωθα ευπρόσδεκτη. Όταν σβήσαμε τον μπάφο μας, πήγαμε στο μπαρ και παραγγείλαμε ποτά κι ένα μπουκαλάκι νερό. Στην παρέα μας θα είχαμε και μαντάμ. Βηματίσαμε κατά μήκος του τοίχου πίσω από το μπαρ και στην γωνία πριν την σκηνή, φτιάξαμε το μαγικό μας φίλτρο ρίχνοντας την κρυσταλλική σκόνη στο μπουκαλάκι με το νερό. Την χτυπήσαμε καλά και μοιραστήκαμε μερικές γουλιές.

    Σε κάθε γάρο μου έδινε ανάποδες και κάθε φορά ερχόταν όλο και πιο κοντά στα χείλη μου. Χορεύαμε, τσουγκρίζαμε, γελούσαμε. Ο κόσμος γύρω μας κινούταν σε γρήγορη κίνηση και ‘μείς βρισκόμασταν σε μια χαρούμενη πολύχρωμη φούσκα. Σταματήσαμε τον ξέφρενο χορό για να στρίψουμε άλλο ένα τσιγάρο και να πιούμε λίγη molly. Μόλις του γύρισα το τσιγάρο, το πήρε στα δάχτυλά του και πλησίασε το πρόσωπό του στο δικό μου. «Μ’ αρέσει που είσαι τόσο αληθινή» μου είπε σιγανά στ’ αυτί και με φίλησε παθιασμένα. Ήταν το πρώτο μας φιλί.

   Ο ήλιος είχε βγει στον κρύο ουρανό. Του είχα πει να μην οδηγήσει. Θυμάμαι να περιμένω το τηλέφωνό μου να χτυπήσει. Οι ώρες περνούσαν και το ξενέρωμα από την μαντάμ ήταν ανυπόφορο. Έκανα το ένα τσιγάρο πίσω από το άλλο χωρίς να καταλαβαίνω τι καπνίζω. Κοιτούσα το κινητό μου μέχρι που χτύπησε. Ήταν ο κολλητός του, με ρωτούσε τι είχαμε πιεί και τον ρωτούσα τι έγινε. Φώναζε άλλα η φωνή του ήταν σπασμένη. Η φούσκα έσκασε με τον χειρότερο τρόπο. Κι από τότε ο στίχος «εμείς γνωρίσαμε άγρια την παγίδα του ονείρου, κεριά που σιγοκαίνε στα εκκλησάκια του Φαλήρου» έγινε πραγματικότητά μου.



Το παραπάνω διήγημα γράφτηκε για τον 8ο διαγωνισμό του ΙΑΝΟΥ με θέμα "Με το βλέμμα σ' ένα στίχο". Δεν βραβεύτηκε. 

ΤΡΟΜΑΚΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΧΧ

   Ο τσαγκάρης, το γεροντοπαλίκαρο του χωριού πήγε για τα πρωινά τσίπουρα στο σπίτι του γείτονα και φίλου του, του Γιάννη του υδραυλικού. Η σκιά της κληματαριάς χάριζε τη δροσιά της στους φίλους που τα έπιναν, χαζολογούσαν και κουτσομπόλευαν. Αν κάποιος νομίζει ότι οι άντρες δεν κουτσομπολεύουν κάνει λάθος οικτρό! Το κάνουν και μάλιστα καλύτερα από πολλές γυναίκες!

-Έλα ρε μπρατ, να σφίξουμε άλλο ένα!

-Να ζντράβια, στην υγειά μας!

-Ωραία το στόλισαν όμως το σπίτι! Θα είναι ωραίος γάμος! Α, να κι η Ελενίτσα! 

Η κοπέλα κατέβαινε γρήγορα τις σκάλες στο απέναντι σπίτι.

-Ελενίτσα, πρόσεχε, μην κατεβαίνεις έτσι τις σκάλες. Θα πέσεις και θα στραμπουλίξεις το πόδι σου. Της φώναξε ο τσαγκάρης. Αυτή τον χαιρέτισε ευγενικά και πήγε στη δουλειά της. Μετά από λίγο γύρισε κι άρχισε να ανεβαίνει πάλι τρέχοντας τις σκάλες. Το στραβοπάτημά της λόγω της πλαστικής σαγιονάρας την έριξε στη βάση της σκάλας ευτυχώς με ένα μόνο διάστρεμμα.

-Φτου! Την μάτιαξα ο βλαμένος!

-Δεν ξέρω τι έγινε αλλά σίγουρα έβαλες το χεράκι σου! Απάντησε ο φίλος του.

   Αυτό έγινε την Τετάρτη κι ο γάμος ήταν για το Σάββατο. Ο αστράγαλος της Ελενίτσας πρήστηκε σαν τούμπανο κι όλη τη νύχτα έψαχναν να βρουν γιατροσόφια για την νύφη. 

Πώς θα χόρευε με το πόδι γκάιντα;  Έβαλαν σπασμένα κρεμμύδια με λάδι, τίποτα. Έβαλαν ό,τι βοτάνια βρήκαν, σχεδόν  τίποτα. Η μόνη τους ελπίδα ήταν ότι σε τρεις μέρες θα υποχωρούσε κάπως το πρήξιμο και θα μπορούσε τουλάχιστον για την στέψη να φορέσει τα γοβάκια της.

  Την Πέμπτη έγινε το προγλέντι στο σπίτι της νύφης κατά το έθιμο. Καλεσμένοι ήταν το μισό χωριό. Το σπίτι  λαμποκοπούσε σαν τούρτα με εκατό κεράκια και βεγγαλικά μαζί! Λουλούδια, κορδέλες στόλιζαν τις βεράντες και η ζωντανή ορχήστρα χρωμάτιζε έντονα την χαρούμενη ατμόσφαιρα. Τα τραπέζια στοιχισμένα στην αυλή με άσπρα τραπεζομάντηλα καλοδέχονταν τους καλεσμένους. Οι μπύρες, οι ρετσίνες και τα ουίσκι έρρεαν άφθονα κι οι σερβιτόροι έτρεχαν να προλάβουν  τις παραγγελίες των καλεσμένων. Το χωριό άλλωστε δεν το ακολουθούσε άδικα η φήμη ότι οι κάτοικοί του ήταν δεινοί πότες. Αφού μάλιστα υπήρχε και αίθουσα δεξιώσεων η οποία τους είχε αποβάλλει. Δεν αναλάμβανε γάμους του χωριού επειδή έπιναν πολύ κι η επιχείρηση έμπαινε μέσα. Το φορτηγάκι της εταιρίας catering άρχισε να διανέμει το φαγητό κι οι μυρωδιές ξελίγωσαν τους φημισμένους πότες.

 Οι μερίδες με το λαχταριστό κοτόπουλο και τα συνοδευτικά έφτασαν στα τραπέζια κι έπεσαν όλοι με τα μούτρα στην μασαμπούκα και την μπυροκατάνυξη. 

Μετά το φαγοπότι το έριξαν στο χορό, ώπα γιάλλα! Οι φίλοι του γαμπρού θέλησαν να τηρήσουν το παμπάλαιο έθιμο της κλοπής της κότας. Μα, ελλείψει κοτετσιού λόγω της πολιτισμικής εξέλιξης, ως γνήσιοι αγρο-teenagers, αποφάσισαν να κλέψουν το σαλόνι του σπιτιού. Σήκωσαν καναπέδες και πολυθρόνες. Μέσα στη σούρα τους όμως, δεν υπολόγισαν καλά τις διαστάσεις των επίπλων σε σχέση με την εξώπορτα.

-Ωραία, και πώς τα βγάζουμε έξω αφεντικό;

-Σημαδεύεις καλά και περνάς! Όπως κάνεις όταν περνάς με το αυτοκίνητο στενή γέφυρα!

-Με το ένα, με το δύο, με το τρία, πάμε! Ο δυνατός κρότος τράβηξε την προσοχή όσων βρίσκονταν κοντά και οι υπόλοιποι κοίταξαν εκεί που κοιτούσαν οι πρώτοι. Οι αδέξιοι λωποδύτες είχαν βάλει τόση δύναμη στην προσπάθειά τους να περάσουν τα έπιπλα από την εξώπορτα που την έριξαν κάτω μαζί με την κάσα. Ο καναπές, σμπαράλια!

Ο μπαμπάς της νύφης έκρυψε το πρόσωπο στα χέρια του απελπισμένος. Άντε τώρα, τελευταία στιγμή να βρει μαστόρους να διορθώσουν την ζημιά. Τι να διορθώσουν δηλαδή; Μάλλον καινούργια εξώπορτα έπρεπε να πάρει.

     Παρ’ όλα αυτά, το γλέντι συνεχίστηκε με αμείωτο κέφι μέχρι τα ξημερώματα. Ήταν κατά τις τέσσερις το πρωί όταν ένας ένας, το μισό χωριό, άρχισαν να φεύγουν με την  μορφή του κατεπείγοντος στο κέντρο υγείας του χωριού. Μαζική δηλητηρίαση από σαλμονέλα καταγράφηκε το συμβάν στα αρχεία. Το μισό χωριό ξερνούσε και είχε αγκαλιά τη λεκάνη της τουαλέτας για διπλή χρήση! Οι εγκυμονούσες μεταφέρθηκαν άμεσα στο νοσοκομείο της πόλης για περαιτέρω εξετάσεις. Μερικοί το πέρασαν ελαφρά. Άλλοι πήραν φάρμακα για να μπορέσουν να πάνε στον γάμο που θα γινόταν το Σάββατο. Κάποιοι τέλος αρρώστησαν σοβαρά και κρεβατώθηκαν.

   Την μεγάλη μέρα, το Σάββατο, έγινε ο γάμος στην μεγάλη εκκλησία του χωριού. Υπήρχε και μια μικρότερη πιο κοντά αλλά ως γνήσιοι βλαχοσνόμπ επέλεξαν να στεφανωθούν με μεγαλεία και γκλαμουριά. Η νύφη, με το ασημοποίκιλτο νυφικό της, γεμάτο πέρλες και δαντέλες, έξω από την εκκλησία έβγαλε τις παντόφλες και φόρεσε τις γόβες της. Μετά την τελετή και τρία σακιά ρύζι, άλλαξε πάλι  για να πάει στο γλέντι του γάμου άνετα, με παντόφλες. Την ώρα που έβγαινε το ζευγάρι από την εκκλησία, οι φίλοι του γαμπρού που ήταν σκαρφαλωμένοι στην σκεπή, έριξαν ακόμη ένα σακί ρύζι πάνω στα κεφάλια τους. Επειδή όμως ήταν ντίρλα, τους ξέφυγε το σακί κι έπεσε πάνω στο κεφάλι του γαμπρού. Έπεσε κάτω και έβλεπε όλους να στριφογυρίζουν σαν τον τροχό της τύχης. Στο κέντρο υγείας του φόρεσαν ένα κολάρο στον σβέρκο, του έδωσαν μερικά παυσίπονα και του συνέστησαν να μην πιει, να μην χορέψει και να μην ξενυχτήσει.

-Κανονικά, πρέπει να ξαπλώσεις επειδή έχεις μια ελαφριά διάσειση, αλλά λόγω της ημέρας μπορείς να συνεχίσεις,  πρόσεχε όμως, να ακολουθήσεις τις οδηγίες μου, του είπε ο εφημερεύων γιατρός γνωρίζοντας πως μιλούσε μάταια.

   Το ζευγάρι, με μεγάλη καθυστέρηση έφτασε στην αίθουσα που γινόταν το γλέντι. Η νύφη με παντόφλες και ο γαμπρός με το κολάρο στο λαιμό. Θεέ μου, τι φωτογραφίες θα βγάλουμε; Σκεφτόταν η Ελενίτσα. Σιγά να μην ακούσω τον γιατρό, μια μπουκάλα ουίσκι θα την σφίξω σίγουρα. Σκεφτόταν ο γαμπρός. Εν τω μεταξύ, ο κόσμος διασκέδαζε…. Τρόπος του λέγειν δηλαδή καθώς κάθε τρεις και λίγο όλοι έτρεχαν στις τουαλέτες του μαγαζιού. Από την πρώτη ώρα κιόλας, μια άσχημη μυρωδιά άρχισε να αναδύεται από την πλευρά τους. Η ουρά όλο και μεγάλωνε μέχρι που υπεύθυνοι αναγκάστηκαν να παραχωρήσουν και τις τουαλέτες των επισκεπτών του ξενώνα τους. Κατά τ’ άλλα ήταν ένα ωραίο γλέντι κι όλοι πέρασαν υπέροχα, λέμε τώρα! Και στα δικά σας!

-Φτου κακά! Ο Χριστός κι η Παναγία!

Τετάρτη 17 Σεπτεμβρίου 2025

ΤΟ ΑΥΤΟ

ΤΟ ΑΥΤΟ

 

ΣΤΙΒΕΝ ΚΙΝΓΚ  



«Το Αυτό» ή αλλιώς ο Προύστ συναντά τον Δράκουλα. Το βιβλίο αυτό το διάβασα το 2003 όταν ήταν ακόμα ένα ενιαίο βιβλίο των 1100 σελίδων και το ξαναδιάβασα το 2025 που το επανέκδοσαν σε δύο τόμους των 1750 σελίδων μαζί. Ανατρίχιαζα σε κάθε δεύτερη παράγραφο από ευχαρίστηση. Το συμπέρασμα που έβγαλα ως ένα δωδεκάχρονο που μόλις είχα διαβάσει σε καλοκαιρινές διακοπές ένα από τα πιο εμβληματικά έργα του Κίνγκ, επιμένει. Ο φόβος έχει το πρόσωπο που του δίνουμε εμείς. Εμείς επιλέγουμε αν θα δούμε τον κλόουν, τον λυκάνθρωπο ή την αράχνη κι αυτό το προσομοιώνουμε και στην πραγματική ζωή. Όλοι οι φόβοι πάνω κάτω έχουν την ίδια ρίζα, απλά εμείς τους ντύνουμε όπως θέλουμε και στην ουσία δεν πρέπει να αντιμετωπίσεις την μούμια ή τον λεπρό ή το μάτι με τα απαίσια γλιστερά πλοκάμια από αγγεία αλλά την ρίζα τους. Στο έργο τώρα, μια παρέα παιδιών -φυσικά, τι άλλο;- καλείται  να αντιμετωπίσει μια φονική δύναμη στο μέρος όπου μεγαλώνουν. Η αφήγηση γίνεται όμως μέσω αναμνήσεων από τους ενήλικους εαυτούς τους. (Να τη η επιρροή του Προυστ.) Οι αναμνήσεις αυτές έρχονται σε κύματα καθώς οι ενήλικοι ήρωες γυρίζουν στον «τόπο του εγκλήματος» για να αντιμετωπίσουν  άλλη μια φορά το Αυτό. Ως παιδιά το αντιμετώπισαν αλλά δεν το νικήσαν κι έτσι ορκίστηκαν να επιστρέψουν αν το Αυτό επέστρεφε. Και επέστρεψε…. Φόνοι, βία, παρενόχληση, τέρατα, ομίχλη και δυσωδία. (Να τος και ο Δράκουλας.) Ένα βιβλίο που τα έχει όλα και αν είσαι λάτρης του τρόμου σίγουρα θα απολαύσεις την κάθε του λέξη.

Κυριακή 31 Αυγούστου 2025

Ο ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ ΕΝΟΣ ΣΚΙΤΣΟΓΡΆΦΟΥ

 

Ο ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ ΕΝΟΣ ΣΚΙΤΣΟΓΡΆΦΟΥ

ΣΟΦΙΆ ΣΙΜΈΛΑ ΘΩΙΔΗ  


Μπορεί ένα βιβλίο 24 σελίδων να σε περάσει 40 κύματα; Μπορεί και παραμπορεί! Άλλωστε το μέγεθος δεν μετράει! Ειδικά όταν μιλάμε για ποίηση! Το έργο «Ο μονόλογος ενός σκιτσογράφου» είναι το ντεμπούτο μιας φρέσκιας πολλά υποσχόμενης συγγραφέως. Ο «σκιτσογράφος», που ταυτόχρονα, για εμένα, είναι ο αλχημιστής, είναι ο Φάουστ, είναι ο Δάντης, είναι ο καθένας μας, «ζωγραφίζει» την ζωή του λυρικά μέσα από ποιήματα. Διαβάζοντας, έλαβα εικόνες για την επιστήμη, για τον έρωτα και την ερωμένη, για τον ίδιο του τον εαυτό, για την απώλεια και τον  θάνατο. Τόσες μορφές, τόσα συναισθήματα που νομίζεις πως γεμίζεις σαν μπαλόνι. Λεξιλόγιο όμορφο και προσιτό. Γαλήνη, ακριβώς ότι πρέπει να προσφέρει η ποίηση….

Παρασκευή 29 Αυγούστου 2025

Η ΠΤΩΣΗ

Η ΠΤΩΣΗ

 ΑΛΜΠΈΡ ΚΑΜΎ



  Αγαπητός Καμύ/μισητός Καμύ. Σαν τον Λεξ ένα πράγμα. Ο Καμύ πήρε βραβείο Νόμπελ επαναλαμβάνοντας  τα ίδια και τα ίδια. Αλλά, μεταξύ μας, «δεν νικιέται η αλήθεια». Το έργο «Η πτώση» λοιπόν, έχει να κάνει με έναν κύριο ο οποίος νόμιζε πως ήταν ενάρετος και παινευόταν γι’ αυτό στον κύκλο του έως ότου δείλιασε να σώσει μια ζωή. Τα τίναξε όλα στον αέρα κάνοντας μια σκληρή αυτοκριτική που μπορείς εύκολα να δεις την σύνδεση της με την ανθρώπινη ηθική κατάπτωση. Ευκολοδιάβαστο και κατανοητό ταυτόχρονα, με απύθμενο βάθος και δύσπεπτο για όσους βλέπουν το δάσος και όχι το δέντρο. Αγαπητός Καμύ/μισητός Καμύ….

Πέμπτη 28 Αυγούστου 2025

ΒΡΟΜΙΚΟΣ ΚΟΣΜΟΣ

 ΒΡΟΜΙΚΟΣ ΚΟΣΜΟΣ 

ΤΣΑΡΛΣ ΜΠΟΥΚΟΦΣΚΙ   


 

Τι να πρωτοπώ; Οι σκέψεις μου είναι ένα κουβάρι ωστόσο ας το πάρω από την αρχή. Στο συγκεκριμένο βιβλίο μαζί με το διήγημα «βρόμικος κόσμος» υπάρχουν άλλα περίπου εικοσιπέντε κυρίως ερωτικά διηγήματα του ίδιου συγγραφέα, αρκετό δείγμα γραφής θα έλεγα. Ξεκινάμε λοιπόν. Πώς γίνεται αυτός ο τύπος μέχρι σήμερα να θεωρείται ιδιοφυία από  κάποιους κύκλους; Πώς; Ο μπάρμπας μου στο καφενείο τα λέει καλύτερα! Απορώ!  Δε λέω, ίσως τις δεκαετίες 1970-80  να ήταν επαναστατικός και πρωτοποριακός αλλά σήμερα, το 2025, είναι ένας απλός καταγραφέας. Στις σελίδες του έργου δεν βρήκα τίποτα κυνικό, γιατί στο δικό μου το μυαλό τουλάχιστον ο κυνισμός σερβίρεται με μια πρέζα ειρωνείας, όπως πολύ σοφά μας έμαθε ο Διογένης. Ρεαλιστικός καταγραφέας, έγινε αυτό, έκανα εκείνο, είπα το δείνα. Και τι γράφει; Παρανόμησα, εκδικήθηκα, γάμησα. Δύο διηγήματα είχαν κάτι να πουν τα οποία αφορούσαν τον θάνατο του πατέρα του ώστε να πεις, υπάρχει λίγη ψυχή εδώ. Τίποτα! Ψεκάστε, σκουπίστε, τελειώσατε. Στεγνός. Επίπεδος. Και ναι,  σε ένα απόλυτο σημείο φλατουριάς τον κατανοώ. Όλα γύρω μας μπορούμε να τα απογυμνώσουμε αλλά το θέμα είναι πώς παρουσιάζεις τη σάρκα κάτω από την φλούδα. Και αυτό που έδωσε ο Τσάρλς ήταν μια πεζή, φλατ περιγραφή.

Πέμπτη 24 Ιουλίου 2025

ΓΡΆΜΜΑ ΣΤΟΝ ΠΑΤΈΡΑ

 ΓΡΆΜΜΑ ΣΤΟΝ ΠΑΤΈΡΑ 
ΦΡΑΝΤΣ ΚΆΦΚΑ


  
  Αν δεν το κατάλαβες από τον τίτλο, πρόκειται για ένα γράμμα στον πατέρα κυριολεκτικά! Για την ιστορία, ο Φράντς είχε φοβερά και τρομερά daddy issues. Τόσα πολλά, ώστε έγραψε ένα γράμμα - 100 σελιδούλες - όπου κράζει τον μπαμπά του! Αλήθεια! Δεν βρήκα καμία φιλοσοφική αναζήτηση εκτός από εξαιρετικό φιλολογικό σιχτίρισμα! Πολύ καλό για δώρο σε φίλους με daddy issues που αρνούνται να δουν ψυχολόγο και σε νέους πατεράδες!
  Fun fact για το κλείσιμο, ο Φράντς Κάφκα πέθανε από φυματίωση σε νεαρή ηλικία ενώ στις τελευταίες του επιθυμίες ήταν καούν τα γραπτά του και να μην θαφτεί στον ίδιο τάφο με τον πατέρα του! Το μάντεψες ήδη; Όσο κάηκαν τα γραπτά του άλλο τόσο δεν θάφτηκε με τον άνθρωπο που μίσησε!

ΘΕΜΑ ΚΟΥΛΤΟΥΡΑΣ

   Αθήνα ή Θεσσαλονίκη για άλλη μια φορά! Το βαθύτερο πρόβλημα ανάμεσα στους πολίτες αυτών των δύο πόλεων είναι πως δεν καταλαβαίνει ο ένας τον άλλον πολιτισμικά. Δηλαδή, η Αθήνα, η πρωτεύουσα της Ελλάδας, το λίκνο της αρχαιοελληνικής ιστορίας, παρόλο που είναι πολυπολιτισμική, αυτό το βλέπει κάποιος μόνο στο παρόν και με μια στεγνή απογραφική ματιά. Αλλά ας μην είμαι απόλυτη, υπάρχουν και περιοχές που έχουν αποδεχτεί την κουλτούρα τον αλλοδαπών αλλά δεν την έχουν απαραίτητα υιοθετήσει. 

  Από την άλλη, η Θεσσαλονίκη, επαρχία και δεύτερη στα μάτια πολλών. Αδυνατούν να δούνε όμως πως η Θεσσαλονίκη πάντα ήταν πολυπολιτισμική πόλη και όλοι αυτοί οι πολιτισμοί  συγχωνεύθηκαν  και αναδείχθηκαν μαζί με την ελληνική κουλτούρα δημιουργώντας κάτι μοναδικό. 

  Για παράδειγμα, αρκετοί Αθηναίοι δεν ξέρουν καν πως το μισό τους κέντρο είναι Ρωμαϊκό. Οι Αέρηδες από τα πιο γνωστά μνημεία και η βιβλιοθήκη του Αδριανού είναι Ρωμαϊκής κατασκευής ενώ στην Θεσσαλονίκη η πλειονότητα γνωρίζει πού βρίσκεται  η Ρωμαϊκή αγορά, η αψίδα του Γαλερίου – Καμάρα, η Ροτόντα και φυσικά, η Εγνατία, κομμάτι της Εγνατίας οδού που ένωνε την Ρώμη με το Βυζάντιο. 

  Από την Αθήνα πέρασε το Βυζάντιο; Ναι. Τι άφησε; Κάτι εκκλησίες. Πέρασε το Βυζάντιο από την Θεσσαλονίκη; Ναι. Τι άφησε; Πολλές μα πολλές εκκλησίες, μοναστήρια, τα τείχη της πόλης και παρακείμενα το Άγιον Όρος. 

  Πέρασαν και οι δύο πόλεις Οθωμανική κατοχή; Ναι. Άφησε τραύματα και στις δύο αλλά η Θεσσαλονίκη βίωσε τρεις αλώσεις και όχι μία, το 904 από τους Άραβες, το 1185 από τους Νορμανδούς και τέλος το 1430 από τους Τούρκους από τους οποίους κληρονόμησε  τον Λευκό Πύργο και το σπίτι του Κεμάλ. Bonus : Εβραϊκή συνοικία και κοινότητα στην Θεσσαλονίκη, με τα καλά και τα κακά της όπως αστικούς θρύλους με πολύ μυστήριο.

 Επίσης, η σλαβο-βουλγαρική κατοχή επί οθωμανικής κυριαρχίας άφησε κι αυτή τα δικά της κατάλοιπα όπως τοπωνύμια και Σλάβικη γλωσσολογική κληρονομιά, πικρές αναμνήσεις «παλουκωμάτων» και ρετσινόλαδου. Εξάλλου, ποιος νόμιζες εφηύρε το Κυριλλικό αλφάβητο; Δύο Θεσσαλονικείς που αγιοποιήθηκαν από την εκκλησία, ο Κύριλλος και ο Μεθόδιος, η εκκλησία τους βρίσκεται στην νέα παραλία.

  Μικρασιατικό βίωσαν και οι δύο πόλεις και ίσως να είναι το μόνο στοιχείο που κάπως αφομοίωσε  η Αθήνα. Η Θεσσαλονίκη από την άλλη πλευρά, συνηθισμένη στο «ξένο», ως γνήσια φτωχομάνα τους αφομοίωσε και τους συμπεριέλαβε στην κοινωνική και γαστρονομική κουλτούρα της σχεδόν αμέσως. Άλλωστε, τα εκατό χρόνια επιπλέον σκλαβιάς με απομόνωση και τουρκική αγριότητα,  σλαβο-βουλγαρικής κατοχής  και μόνη επιτρεπόμενη οδό επικοινωνίας τα βόρεια σύνορα, μετέτρεψαν την Θεσσαλονίκη σε πρωτεύουσα των Βαλκανίων με επιπλέον εισροές όπως Γάλλων, Αρμένιων και Ρώσων. Έτσι λοιπόν, καταλήγουμε πως αυτό που δεν έχει η πρωτεύουσα της Ελλάδας το έχει η πρωτεύουσα των Βαλκανίων, μια βαθιά ιστορική πολυπολιτισμική παράδοση που οι κάτοικοί της την αγκάλιασαν και μεγάλωσαν με αυτήν την κουλτούρα.

 Το Μακεδονικό ζήτημα τέλος, είναι αυτό που στοιχειώνει μέχρι σήμερα την Θεσσαλονίκη και αποτελεί βασανιστικό βαρίδι στην καμπούρα της ως πρωτεύουσα των Βαλκανίων. Γι' αυτό οι Θεσσαλονικείς αποδέχονται τον όρο Βαλκάνιος ενώ οι Αθηναίοι αποστειρωμένοι από κάθε διαφορετικό πέραν της δύσης, απογυμνωμένοι από την πραγματική τους ταυτότητα ακούνε Βαλκάνιος και δεν ξέρουν καν τι σημαίνει.

Παρασκευή 18 Ιουλίου 2025

Ο ΕΞΟΡΚΙΣΤΗΣ

Ο ΕΞΟΡΚΙΣΤΗΣ

ΓΟΥΙΛΙΑΜ ΠΙΤΕΡ ΜΠΛΑΤΥ




"Ο Εξορκιστής" για εμένα είναι ένα βιβλίο θρησκευτικού περιεχομένου και θα το χαρακτήριζα ως ψυχολογικό θρίλερ. Ο συγγραφέας, ψυχολόγος στο επάγγελμα, δεν παίζει με το θέμα της δαιμονικής κατάληψης και του σατανισμού από την σκοτεινή πλευρά αλλά το προσεγγίζει με θεολογική σκοπιά δίνοντας έμφαση στην ανθρώπινη φύση και την δύναμη της πίστης. Προσωπικά βρίσκω τον πρωταγωνιστή στο πρόσωπο του νεαρού ιερέα ο οποίος παλεύει με την πίστη του έπειτα του χαμού της μητέρας του. Το "πρόβλημα" του ιερέα είναι στην ουσία αυτό που πραγματεύεται το έργο και αυτό που το κάνει θρίλερ. Η πίστη που υποτίθεται πως είναι απόλυτη ειδικά για έναν ιερωμένο. Αν αρχίσεις να την "μετράς" τότε έχει ήδη κλονιστεί! Βάλε στην εξίσωση μια τρομαγμένη μητέρα, ένα δαιμονισμένο κοριτσάκι, φόνους, μυστικά, μαγικά βιβλία και φανταστικούς φίλους και έχεις την απόλυτη συνταγή του τρόμου! Η ομώνυμη ταινία αν και πιστή στο βιβλίο, αγγίζει μόνο ένα μικρό κομμάτι του αληθινού τρόμου που κρύβει στις σελίδες του το έργο. Βαθύ, σκοτεινό, ανατριχιαστικό μα κυρίως θεολογικό. Έχεις ή δεν έχεις θέματα πίστης, διάβασέ το!

Γουίλιαμ Πιτερ Μπλατι
Ο εξορκιστής για μένα είναι ένα βιβλίο θρησκευτικού περιεχομένου και θα το χαρακτήριζα
ψυχολογικό θρίλερ. Ο συγγραφέας-ψυχολόγος στο επάγγελμα- δεν παίζει με το θέμα του
σατανισμού από την σκοτεινή πλευρά αλλά προσεγγίζει το θέμα από θεολογική άποψη
δίνοντας έμφαση στην ανθρώπινη φύση και την δύναμη της πίστης. Προσωπικά βρίσκω τον
πρωταγωνιστή στον νεαρό ιερέα ο οποίος παλεύει με την πίστη του έπειτα από τον χαμό
της μητέρας του. Το «πρόβλημα» εδώ είναι αυτό ακριβώς που το κάνει θρίλερ και είναι η
πίστη π

Δευτέρα 7 Ιουλίου 2025

ΤΟ ΥΠΌΓΕΙΟ

ΤΟ ΥΠΌΓΕΙΟ

ΦΙΌΝΤΟΡ ΝΤΟΣΤΟΓΈΦΣΚΙ

Ας ξεκινήσουμε με μια σκιαγράφηση του καλλιτέχνη: στην συγκεκριμένη περίπτωση έχουμε έναν σκορπιό με σελήνη στους διδύμους δηλαδή σαν να πηγαίνεις για camping σε καταρράκτη με αέρα 9 μποφόρ! Ρωσικής καταγωγής που από μόνο του αυτό φωνάζει πόνο και τζογαδόρος που δεν είχε αφήσει λέσχη για λέσχη. Εν ολίγοις δεν τον χαρακτηρίζεις "εύκολη πίστα"! Στο έργο τώρα, χωρίζεται σε δύο μέρη, στο πρώτο μέρος ο αφηγητής, ένας γερό-παράξενος που γκρινιάζει όλη την ώρα, κάνει βουτιά στην κοινωνική ανισότητα, στην πολιτική της εποχής και στα δεινά του κόσμου κρίνοντας αυτά και τον εαυτό του μαζί! Κάποιοι κριτικοί λένε για βαθιά συνειδητότητα αλλά λογικό, αν είσαι γέρος, όσο να 'ναι έχεις αναπτύξει μια κάποια αντίληψη του κόσμου και του βαθύτερου εαυτού. Διαφορετικά, τι έκανες τόσα χρόνια στην ζωή; Ζούσες όντως ή ήσουν θεατής της ζωής; Και αυτό ακριβώς το ερώτημα είναι που απασχολεί τον καλλιτέχνη στο δεύτερο μέρος του έργου. Μέσα από προσωπικές του περιπέτειες, μας εξιστορεί λεπτομερώς το πόσο κότα ήταν! Επίσης στο πέρασμα του καιρού οι κριτικοί -τόσα ήξεραν κι αυτοί- τόλμησαν και ύψωσαν "το υπόγειο" στο ίδιο βάθρο με το σπήλαιο του Πλάτωνα! Από 'μένα είναι όχι! Εγώ το υπόγειο το ερμήνευσα ως το comfort zone του πρωταγωνιστή που μπορεί ελεύθερα να μεμψιμοιρεί δικαιολογώντας έτσι την δειλία του να ζήσει πραγματικά! Ξέρω, ξέρω.... Ποια νομίζω πως είμαι για να μιλάω έτσι για τον μεγάλο Ντοστογέφσκι; Αλλά ορίστε, feel free to change my mind.  

Πέμπτη 19 Ιουνίου 2025

ΑΝΕΜΟΔΑΡΜΈΝΑ ΎΨΗ

ΑΝΕΜΟΔΑΡΜΈΝΑ ΎΨΗ

ΤΗΣ ΈΜΙΛΥ ΜΠΡΟΝΤΈ    


   Ακούς "Ανεμοδαρμένα Ύψη" και σκέφτεσαι: άλλη μια κλασική, βαρετή, φεμινιστική νουβέλα. Αλλά απατάσαι! Όχι ότι δεν είναι φεμινιστική, κλασική ή νουβέλα αλλά σίγουρα δεν είναι βαρετή! Σε 300 περίπου σελίδες η Έμιλυ Μπροντέ κατάφερε πολύ καλύτερα από την Τζέιν Ώστεν να περάσει στον αναγνώστη την υπερηφάνεια και την προκατάληψη της εποχής! Λιτά, απλά και ανεπιτήδευτα. Επίσης, είναι ένα βιβλίο  που το προσδιορίζουν ως ρομαντικό. Καμία ρομαντζάδα! Το όλο έργο αναδίδει μια γκόθικη θανατίλα. Και ας σταθούμε λίγο στον χαρακτήρα που έχουμε ρομαντικοποιήσει - τον Χίθκλιφ. Κάθαρμα Χίθκλιφ! Πιο μικροπρεπή, χαιρέκακο και εγωιστικό ήρωα δεν έχω ξαναδιαβάσει! Ο τύπος, αν ήταν πραγματικός, θα άνηκε στο ζώδιο του Σκορπιού! Η εκδίκησή του δεν έχει τίποτα αθωωτικό όπως του Κόμη ΜοντεΚρίστο για παράδειγμα. Η αφηγήτρια, η πιστή υπηρέτρια ξεδιπλώνει σαν παραμύθι την υπέροχη πλοκή για τις τρείς Κατερίνες που είναι το αντικείμενο του πόθου του Χίθκλιφ. (Spoil alert) Οι πρώτες δύο Κατερίνες είναι το ίδιο πρόσωπο, στην μικρή της ηλικία και έπειτα του γάμου της. Η τρίτη Κατερίνα είναι η κόρη της original, την οποία ο Χίθκλιφ την εκβιάζει να παντρευτεί τον ετοιμοθάνατο γιο του, απλά και μόνο για να έχει στο σπίτι του ένα κομμάτι της πρώτης Κατερίνας! Καθόλου εμμονικός, έτσι; Θα μπορούσα να γράψω κι άλλα, πολλά, μα ποιο το νόημα; Θα σου χαλάσω κι άλλο αυτό το υπέροχο έργο. Γι' αυτό βγες από το σπίτι σου, πήγαινε στο κοντινότερο βιβλιοπωλείο, πάρε το δικό σου αντίτυπο κι όταν τελειώσεις το διάβασμα - ή και ενδιάμεσα αν θες - βάλε καφέ να τα πούμε...

Τρίτη 10 Ιουνίου 2025

Η ΑΝΑΖΉΤΗΣΗ ΤΟΥ ΧΑΜΕΝΟΥ ΧΡΟΝΟΥ

 Η ΑΝΑΖΉΤΗΣΗ ΤΟΥ ΧΑΜΕΝΟΥ ΧΡΟΝΟΥ

ΘΕΜΑΤΑ, ΠΡΟΣΩΠΑ ΚΑΙ ΣΚΗΝΕΣ

ΤΟΥ ΜΑΡΣΕΛ ΠΡΟΥΣΤ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΓΡΑ

 

Το βιβλίο είναι :

  • 1.      deep για ντιπ. Γιατί; Γιατί το πολυτιμότερο αγαθό είναι ο χρόνος. Ο χρόνος που περνάμε με αγαπημένα πρόσωπα, ο χρόνος που σπαταλάμε θεωρώντας τη ζωή δεδομένη. Κι αυτή ακριβώς η συνειδητοποίηση είναι που χτυπάει κατακέφαλα τον πρωταγωνιστή στις τελευταίες του στιγμές αναπολώντας τα χρόνια που πέρασαν, τους ανθρώπους που στιγμάτισαν τη ζωή του, τα μέρη που επισκέφθηκε και χαράχτηκαν για πάντα μέσα του.
  • 2.       Ο συγγραφέας έχει mommy issues. Γιατί; Αντικαθρεπτίζει την μητέρα του/γιαγιά του – στις οποίες έχει μεγάλη αδυναμία- στις ερωμένες τους. Ας αναλύσουμε περαιτέρω. Το 1800 η τρυφερότητα δεν ήταν απαραίτητη προϋπόθεση στο μεγάλωμα ενός παιδιού. Η μητέρα του συγγραφέα φαίνεται σχετικά απόμακρη, εκτός από μια συνθήκη που υπέδειξε όλη της την αγάπη και την τρυφερότητα για τον γιο της. Αυτή η συνθήκη ήταν που στην ουσία σημάδεψε και την οπτική που είχε αργότερα ο πρωταγωνιστής σχετικά με τις ερωτικές του σχέσεις και τις εκδηλώσεις τους. Οι γιαγιάδες του, του έδειχναν περισσότερο στοργή και του άρεσε να περνάει χρόνο μαζί τους. Κατά την άποψη μου, ο θάνατός τους ήταν αυτός που «περιέπλεξε» την εικόνα που έχει ο συγγραφέας για τον έρωτα αλλά ήταν κι αυτός που του έδωσε ώθηση να «αναζητήσει» τον χαμένο χρόνο.
  • 3.       Ομοφυλοφιλία = βίτσιο! Γιατί; Γιατί 1800! Αν το διαβάσεις προετοιμάσου για όρους όπως : εραστής γηραιοτέρων  ανδρών, σαπφικός έρωτας και άλλα παρόμοια. Δεν τον καταδικάζει αλλά ταυτόχρονα δεν του αρέσει που (spoiler alert) η ερωμένη του έχει τέτοια βίτσια.
  • 4.       Εξαιρετική δουλειά του εκδοτικού οίκου, τόσο για το λεξιλόγιο όσο και για την απόδοση του ύφους του συγγραφέα.
  • 5.       Διεγείρει όλες τις αισθήσεις. Ο Προύστ έχει καταφέρει κάτι μαγικό! Μέσα από τις λέξεις, τις λεπτομερείς περιγραφές, τον ειρμό των σκέψεων του και τις αναμνήσεις του μπορεί να διεγείρει όλες τις αισθήσεις του αναγνώστη κάνοντάς τον κομμάτι του βιβλίου και το βιβλίο κομμάτι του αναγνώστη χρησιμοποιώντας μια μυρωδιά εδώ ή μια γεύση εκεί ή ένα χρώμα παρακάτω.
  • 6.        Είναι καλοκαιρινό βιβλίο; Ναι είναι! Γιατί; Γιατί το καλοκαίρι ποτέ δεν ήταν η εποχή της χαράς και της ξεγνοιασιάς – αυτή είναι η άνοιξη! Το καλοκαίρι είναι η εποχή του σαπίσματος, της ξηρασίας και της αποσύνθεσης. Και γι’ αυτό ακριβώς το κατατάσσω στα καλοκαιρινά βιβλία. Αυτά τα βιβλία είναι που σου θυμίζουν να ζήσεις για να μην καταλήξεις να αναπολείς τον χαμένο χρόνο ή να αναρωτιέσαι, ενώ κάθεσαι στο μπαλκόνι σου τις καυτές θερινές ημέρες, το τι θα μπορούσε να γίνει.

Τετάρτη 5 Μαρτίου 2025

Η ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ

Η αντίληψη ότι η γυναίκα είναι αντικείμενο δεν είναι κάτι καινούριο. Υπάρχει στους αιώνες και διαιωνίζεται από γενιά σε γενιά μέσω της χριστιανικής θρησκευτικής πατριαρχίας που από τα πρώτα πράγματα που μαθαίνει στο παιδί είναι το προπατορικό αμάρτημα. Μέσα από αυτό το αμάρτημα η γυναίκα καθίσταται μιαρή και η φύση της πονηρή και γι’ αυτό ο άντρας πρέπει να την τιθασεύσει και να την υποτάξει. Γι’ αυτό άλλωστε η εκκλησία ονομάζει το μυστήριο του γάμου "υπανδρεία" - η υπόταξη στον άντρα- ακριβώς για να δείξει την θέση που σύμφωνα μ ‘αυτήν πρέπει να έχει η γυναίκα στην κοινωνία. Δεν είναι άγνωστο σε όσους έχουν ασχοληθεί με την μελέτη παλαιότερων θρησκειών πως η γυναίκα είχε μια σεβάσμια θέση στην κοινωνία και δεν θεωρούταν αντικείμενο. Με την θρησκευτική εξέλιξη όμως αυτή η θέση της γυναίκας εξαλείφθηκε και στην θέση της η γυναίκα έγινε αντικείμενο. Αντικείμενο ηδονής- ακόμα και βιαίως-, μηχανή αναπαραγωγής και δοχείο που μέσα του τοποθετούσαν προκαταλήψεις και ντροπή. Η γυναίκα έπρεπε να είναι δουλοπρεπής, να μην μορφώνεται, να μην αντιμιλά και να μην ατιμάσει τον πατέρα και αργότερα τον άντρα της. Η ντροπή και η ανασφάλεια που εμφυτεύθηκαν στις γυναίκες, ώθησαν αρκετές να μην έχουν δικιά τους γνώμη και να ζουν μια συνεχόμενη αγωνία για το τί θα πει ο κόσμος. Όσες είχαν δικιά τους βούληση το κατεστημένο φρόντιζε να σιωπούν, με όποιο μέσο και όποιο αποτέλεσμα. Καθώς όμως ο κόσμος εξελίσσεται η γυναίκα σιγά σιγά και με αγώνες κατάφερε να αποκτήσει πάλι κάποια ας τα πούμε προνομία -κι ας είναι πραγματικά ανθρώπινα δικαιώματα - όπως το δικαίωμα στην μόρφωση, το δικαίωμα ψήφου, το δικαίωμα εύρεσης εργασίας. Αλλά ακόμα δεν κατέκτησε την ισοτιμία. Ακόμα και σήμερα μια μεγάλη ομάδα ανδρών αντικειμενοποιεί τις γυναίκες. Τις βαθμολογεί με βάση τα εξωτερικά της φυσικά χαρίσματα π.χ. αν έχει μεγάλο μπούστο και πεταχτά οπίσθια και όμορφο πρόσωπο είναι 10, αν έχει είτε μεγάλο μπούστο είτε μεγάλα οπίσθια και όμορφο πρόσωπο είναι 7 και αν δεν έχει τίποτα από όλα αυτά -πώς γίνεται αυτό;- είναι 3. Αν έχει αρκετές εμπειρίες είναι «αμάξι» με πολλά χιλιόμετρα. Αν δεν έχει πολλές εμπειρίες μπορεί ο άντρας – το Alpha male- να την πλάσει στα μέτρα του αδιαφορώντας για τα θέλω της και τις ανάγκες της. Τέτοιες σεξιστικές κλίμακες υπάρχουν στο ίντερνετ και σε social και όχι δεν είναι καν αστείες. Τις κρίνει για την σεξουαλικότητα τους και για το αν έχουν κάνει σεξ, τις δημιουργούν ενοχές για μια ευχαρίστηση που το σώμα έχει πλασθεί γι’ αυτή. Πολλές γυναίκες από αυτό το στίγμα παλαιότερα έλεγαν πως ο παρθενικός τους υμένας -ονομάστηκε έτσι από άντρες ο υμένας αυτός-  έσπασε σε κάποιο ατύχημα ή στη γυμναστική. Τις κρίνει για την "νοικοκυροσύνη" τους, για την μαγειρική τους, για τον τρόπο που μεγαλώνουν τα παιδιά τους. Αυτές οι απόψεις υπάρχουν στην "εκπολιτισμένη" Δύση από μια μεγάλη μερίδα ανθρώπων. Στην Δύση που έχει αναπτύξει άπειρες μεθόδους για αποτρίχωση, για επιδιορθωτικές πλαστικές, για διάφορα στυλ βαψίματος και ντυσίματος, για δίαιτες και γυμναστικές αλλά ακόμα δεν έχει βρει ούτε θεραπεία, ούτε καν λύση για την ενδομητρίωση, για την επιλόχειο κατάθλιψη και για την αντισύλληψη που ακόμα βαραίνει κυρίως τις γυναίκες. Στη Δύση που καταπνίγουν τα γυναικεία επιτεύγματα και τα καρπώνονται άντρες. Σε χώρες δίχως πόλεμο κυλάει αίμα γυναικών που θα περάσουν δεκαετίες ακόμα για να ξεπλυθεί. 

Σάββατο 1 Μαρτίου 2025

ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ "ΤΟ ΜΑΓΙΚΟ ΠΕΡΙΠΤΕΡΟ'

  Όλα ξεκίνησαν το 2019. Η μούσα με επισκέφθηκε σε μια στάση λεωφορείου δίπλα σε ένα κλειστό περίπτερο. Όσο περίμενα άνθισε η έμπνευση πάνω σε μια σύμπτωση και "Το Μαγικό Περίπτερο" άρχισε να παίρνει μορφή. Το πρώτο μου έργο έγινε πραγματικότητα χάρη στις Εκδόσεις Κύκνος. Μπορείτε να το βρείτε https://kyknospublications.gr/product/ekdosi-paidikou-vivliou-to-magiko-periptero-ekdoseis-kyknos/ 


Μερικές εικόνες από το βιβλίο και τις ως τώρα παρουσιάσεις: 


εξώφυλλο

Το Μαγικό Περίπτερο

1η βιβλιοπαρουσίαση
Βιβλιοπαρουσίαση στο καφέ "Ζώγιας"


1η βιβλιοπαρουσίαση
Βιβλιοπαρουσίαση στο καφέ "Ζώγιας"



3ο Δ.Σ. Αριδαίας
3ο Δ.Σ. Αριδαίας

Ακαδημία Ποδοσφαίρου "Joga Bonito"
Ακαδημία Ποδοσφαίρου "Joga Bonito" 



Ακαδημία Ποδοσφαίρου "Joga Bonito"
Ακαδημία Ποδοσφαίρου "Joga Bonito" 



Δ.Σ. Περίκλειας
Δ. Σ. Περίκλειας


Δ.Σ. Εξαπλατάνου
Δ.Σ. Εξαπλατάνου 


Δ.Σ. Εξαπλατάνου
Δ.Σ. Εξαπλατάνου 


 Θα ήθελα να ευχαριστήσω  το 3ο Δημοτικό Σχολείο Αριδαίας, το Δημοτικό Σχολείο Χρύσας - Τσάκων - Ροδωνιάς, το Δημοτικό Σχολείο Εξαπλατάνου, το Δημοτικό Σχολείο Περίκλειας και την Ακαδημία Ποδοσφαίρου "Joga Bonito" που με φιλοξένησαν και μου έδωσαν τον χώρο να παρουσιάσω το έργο μου.

Πέμπτη 27 Φεβρουαρίου 2025

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟ ΔΙΗΓΗΜΑ «ΜΙΑ ΓΙΟΡΤΙΝΉ ΜΈΡΑ» ΓΙΑ ΤΟΝ 1ο ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟΥ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ, ΠΑΡΑΜΥΘΙΟΥ & ΠΟΙΗΣΗΣ ΚΕΦΑΛΟΣ

 

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟ ΔΙΗΓΗΜΑ «ΜΙΑ ΓΙΟΡΤΙΝΉ ΜΈΡΑ»

ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ ΜΠΑΛΤΑΚΗ ΟΛΥΜΠΙΑ

 

   Οι κόκκινες Χριστουγεννιάτικες μπάλες που ήταν κρεμασμένες στο έλατο αντικατόπτριζαν τις πολύχρωμες λάμψεις που έριχναν χαρούμενα πάνω τους  τα λαμπιόνια. Η Μερσίνα καθώς στόλιζε το Χριστουγεννιάτικο τραπέζι έστρεψε το βλέμμα της έξω από το παράθυρο στο χιονισμένο τοπίο πλημμυρισμένη από ελπιδοφόρες σκέψεις και δυσάρεστες αναμνήσεις. Πόσα χρόνια πέρασαν από την τελευταία φορά που είχαν γιορτάσει όλοι μαζί; Ο πατέρας των παιδιών της ήταν πολύ καιρό απών από τη ζωή τους. Το διαζύγιο είχε κοστίσει σε όλους αλλά περισσότερο στον μικρό Δημήτρη. Η Λίλα αν και μικρότερή του, το αντιμετώπισε με ενήλικη ωριμότητα ενώ ο αδερφός της θεώρησε τον εαυτό του υπεύθυνο για τον χωρισμό τον γονιών του. «Τι ευτυχία που θα είμαστε πάλι όλοι μαζί αυτές τις Άγιες ημέρες» σκεφτόταν η Μερσίνα. Τα πορσελάνινα σερβίτσια, τα κρυστάλλινα ποτήρια και τα ασημένια μαχαιροπίρουνα πυρολαμπύριζαν στο τραπέζι δημιουργώντας μια ασύλληπτη ευφορία στην καρδιά της μητέρας. Τα τελευταία χρόνια ο Δημήτρης λόγω της χρήσης ουσιών είχε απομακρυνθεί από την οικογενειακή θαλπωρή, πράγμα που λυπούσε απερίφραστα την μητέρα και την αδερφή του. «Θεέ μου, σε ευχαριστώ που θα έχω και τα δύο παιδιά μου σήμερα μαζί μου».

    Ένα μήνα πριν, το τηλέφωνο της Μερσίνας ήχησε. Στην γραμμή ήταν ο Δημήτρης, ο οποίος της εξήγησε πως ένα από τα βήματα της απεξάρτησης ήταν η απολογία σε αυτούς που αγαπούσε και είχε πληγώσει. Η Μερσίνα με δάκρυα χαράς για το αισιόδοξο βήμα τον κάλεσε να περάσουν οικογενειακά τις γιορτινές ημέρες. Πρόσθεσε στο τραπέζι τα ασημένια κηροπήγια που ήταν προίκα της φυλαγμένη από την προ-γιαγιά της και συλλογίστηκε αν τα φαγητά που είχε προετοιμάσει θα ήταν αρκετά. Ιδιαίτερα για τον γιό της που η όρεξή του για την εξαιρετική μαγειρική της μητέρας του, πριν την χρήση τουλάχιστον, ήταν ακόρεστη.

  Η Λίλα είχε διαλέξει δώρο για την μητέρα της ένα συλλεκτικό κρυστάλλινο σετ μικρογραφιών γνωστής φίρμας. Υποψιαζόταν πως ο αδερφός της δεν θα έφερνε κάτι κι έτσι αγόρασε εκ μέρους του έναν πίνακα διάσημου καλλιτέχνη. Ήταν περήφανη για τις επιλογές της αφού γνώριζε το εκλεπτυσμένο γούστο της μητέρας της. Το χρονόμετρο του φούρνου που χτυπούσε δυνατά έβγαλε την Μερσίνα από τις σκέψεις της. Έτρεξε γρήγορα να ελέγξει την παραδοσιακή γεμιστή γαλοπούλα που αργοψηνόταν. Το χοιρινό μπούτι που το είχε μαγειρέψει  με σκόρδο και δεντρολίβανο ήταν ήδη έτοιμο και σκεπασμένο με αλουμινόχαρτο για να μην πέσει η θερμοκρασία  του. Οι κουραμπιέδες, τα μελομακάρονα και οι δίπλες ήταν ήδη τοποθετημένα στις Χριστουγεννιάτικες πιατέλες επάνω στο τραπεζάκι του σαλονιού ανάμεσα σε διακοσμητικά αγγελάκια και ελαφάκια.

   Κάθισε στην αγαπημένη της πολυθρόνα δίπλα στο τζάκι προσμένοντας την άφιξη των παιδιών της. Αθέλητα ευχάριστες αναμνήσεις ξεπήδησαν στο μυαλό της. Θυμήθηκε εκείνη την χρονιά που αντικατέστησε το ευτελές δώρο της νονάς του Δημήτρη με το παιχνίδι που λαχταρούσε ικανοποιώντας την επιθυμία του γιού της. Μέχρι και σήμερα, στα αυτιά της αντηχούσε ο γάργαρος ήχος του γέλιου του και η εικόνα από το φωτισμένο προσωπάκι του όταν ανυπόμονα άνοιξε το δώρο του.    

    Σήμερα, κάτω από το δέντρο είχε τοποθετήσει αρκετά πακέτα. Κάποια ήταν για τα παιδιά της και τα υπόλοιπα προοριζόταν για τα παιδιά των φίλων της. Τα είχε διαλέξει όλα ένα προς ένα και τα είχε αμπαλάρει με Χριστουγεννιάτικα περιτυλίγματα. Για την Λίλα είχε προμηθευτεί ασημένιες κορνίζες στις οποίες είχε ήδη περάσει οικογενειακές φωτογραφίες. Υπήρχε άλλο ένα πακέτο για την Λίλα που περιείχε ένα χρυσό μενταγιόν με ρουμπίνι που κάποτε ανήκε στην γιαγιά της. Για τον Δημήτρη είχε διαλέξει ένα έξυπνο ρολόι χειρός που της το είχε προτείνει ο υπάλληλος του καταστήματος αφού η ίδια δεν διέθετε γνώσεις σχετικά με την μοντέρνα τεχνολογία. Το δεύτερο δώρο του Δημήτρη ήταν η εκπλήρωση της παιδικής του επιθυμίας να αποκτήσει το αρχείο του παππού του από τον πόλεμο ώστε να γράψει ένα βιβλίο για την ιστορία της οικογένειάς του. Εδώ και πολλά χρόνια η Μερσίνα φύλαγε το αρχείο σαν θησαυρό για να το παραδώσει στον γιο της, όταν εκείνος θα ήταν έτοιμος.

   Τα γιορτινά στολίδια της θύμισαν τα Χριστούγεννα που η Λίλα είχε σπάσει το πόδι της. Ο Δημήτρης ζωγράφιζε επάνω στον γύψο Άγιο-Βασίληδες και έλκηθρα. Τα αδέρφια άρχισαν να μαλώνουν για έναν χιονάνθρωπο που ο Δημήτρης ήθελε να σχηματίσει μόνο το περίγραμμά του ενώ η Λίλα ήθελε να τον βάψουν μπλε. Γέλασε με την ανάμνηση από τα καμώματα των παιδιών της. Με το χαμόγελο ακόμη στα χείλη και συνεπαρμένη από τις Χριστουγεννιάτικες αναμνήσεις σηκώθηκε από την πολυθρόνα της για να προσθέσει ξύλα στο τζάκι και να αναθερμάνει την φλόγα. Η μυρωδιά του φαγητού από την κουζίνα έφτασε στα ρουθούνια της κι έσπευσε να το βγάλει από τον φούρνο.

   Οι ώρες της αναμονής έμοιαζαν ατελείωτες.  Αναρωτήθηκε μήπως τα παιδιά της είχαν αλλάξει γνώμη. Δεν θα άντεχε να περάσει άλλα Χριστούγεννα μόνη της. Η πολυθρόνα της, της πρόσφερε για άλλη μια φορά τη ζεστασιά που αποζητούσε. Κοίταξε με κενό βλέμμα τον τοίχο επάνω από το τζάκι και ο νους της ταξίδεψε στα πρώτα Χριστούγεννα που έγινε φανερός ο εθισμός του Δημήτρη. Το παιδί είχε γυρίσει στο σπίτι χάλια κι απειλούσε να βάλει τέρμα στη ζωή του. Μητέρα και κόρη τον αντιμετώπισαν συγκρατημένα χωρίς επιτυχία. Η ένταση του νεαρού συνεχίστηκε με αποκορύφωμα να κόψει τις φλέβες των χεριών του μπροστά τους. Εκείνα τα Χριστούγεννα, η Μερσίνα ευχόταν, να μην είχαν υπάρξει ποτέ. Με την ψύχραιμη καθοδήγηση της μητέρας της, η Λίλα έτρεξε στο μπάνιο κι έφερε το κουτί των πρώτων βοηθειών για να τον περιθάλψουν. Οι δύο γυναίκες μαζί περιποιήθηκαν κι έδεσαν τα τραύματα του νεαρού ο οποίος παραληρούσε.

   «Εύχομαι καμία μάνα να μην περάσει αυτά που πέρασα εγώ» μονολόγησε σαν προσευχή. Κούνησε το κεφάλι της σε μια προσπάθεια να διώξει τις δυσάρεστες αναμνήσεις. Ανακάλεσε την ημέρα των γενεθλίων του Δημήτρη που σήμανε την ενηλικίωση του. Η Λίλα είχε φέρει μια μεγάλη τούρτα της ποδοσφαιρικής ομάδας που υποστήριζε ο αδερφός της. Του είχαν ετοιμάσει πάρτι έκπληξη και μαζί με τους καλεσμένους τον περίμεναν να γυρίσει σπίτι. Ένα τηλεφώνημα ανέτρεψε τα σχέδιά τους. Ο Δημήτρης βρισκόταν στο νοσοκομείο από υπερβολική δόση. Δάκρυα γέμισαν τα μάτια της για εκατομμυριοστή φορά και προσπάθησε να αποδιώξει τις αρνητικές σκέψεις από το μυαλό της.

   Εγκατέλειψε την ζεστή της γωνία για να ετοιμαστεί. Είχε διαλέξει προσεκτικά τα ρούχα που θα φορούσε αυτήν την σημαντική ημέρα. Ήθελε αυτά τα Χριστούγεννα να μείνουν χαραγμένα στην ψυχή των παιδιών της παντοτινά. Έπρεπε να είναι όλα μοναδικά και υπέρλαμπρα. Αφού άλλαξε, επέστρεψε στην τραπεζαρία κι έκανε έναν γύρο από το τραπέζι προσπαθώντας να διορθώσει και την παραμικρή ατέλεια ενώ ταυτόχρονα πίεζε τον εαυτό της να εξορίσει κάθε τοξικότητα που είχε υπάρξει στη ζωή την δική της και των παιδιών της.                

  Το ρολόι του τοίχου σήμανε δώδεκα. Από στιγμή σε στιγμή περίμενε να χτυπήσει το κουδούνι της εξώπορτας και να αντικρύσει τα αγαπημένα πρόσωπα των παιδιών της. Η κούραση βάρυνε τα μάτια της κι έκλεισε τα βλέφαρα της για να ξεκουραστεί. Πριν την πάρει ο ύπνος, οι χαρούμενες φωνές των παιδιών της την σήκωσαν για άλλη μια φορά από τη θέση της και με ανείπωτη αγωνία έτρεξε στην πόρτα. Έπιασε το χερούλι με ένα μικρό τρέμουλο στα χέρια και πριν ανοίξει διάπλατα η κόρη της ήταν ήδη μέσα στην αγκαλιά της. Πίσω από την Λίλα, στεκόταν ο Δημήτρης αμήχανος ρίχνοντας το βάρος του από το ένα πόδι στο άλλο. Η Μερσίνα άνοιξε τα χέρια της κοιτάζοντας τον γιο της στα μάτια. Η μητρική στοργή τον τράβηξε σαν μαγνήτης και ακούμπησε το κεφάλι του στο στήθος της απολαμβάνοντας το μητρικό χάδι που τόσο του είχε λείψει.

   «Συγγνώμη μανούλα, συγγνώμη για όλα. Συγγνώμη για όλες τις φορές που σε πλήγωσα και για την θλίψη που σου προκάλεσα» είπε ο Δημήτρης κλαίγοντας. «Αγόρι μου,» είπε η Μερσίνα, «δεν υπάρχει τίποτα να σου συγχωρήσω, μου αρκεί που είσαι εσύ καλά. Ήταν το μόνο για το οποίο προσευχόμουν και προσεύχομαι ακόμα». Τα δάκρυα στα μάτια του γιού της έσφιξαν την καρδιά της και με τα δάχτυλά της προσπάθησε να τα διώξει, να τα εξαφανίσει από την ζωή του και τη ζωή της οικογένειας. Ο Δημήτρης βρήκε τον τρόπο να εκφράσει την έκρηξη των συναισθημάτων του τυλίγοντας τα χέρια του γύρω από τη μέση της μητέρας του και σηκώνοντάς την ψηλά. Η Μερσίνα γέλασε ευτυχισμένη κι ο γιος της ανταπέδωσε την χαρά της. Το γέλιο και η ευτυχία πέρασε και στους τρεις τους και όλο το σπίτι έλαμψε από το πνεύμα των Χριστουγέννων.

   Στην τραπεζαρία η Μερσίνα άναψε τα κεριά και η Λίλα την βοήθησε στο σερβίρισμα. Ο Δημήτρης επαινούσε την μητέρα του για το γεμάτο γιορτινό, υπέροχο τραπέζι. Το δείπνο της επανένωσης έθεσε τα θεμέλια για την δημιουργία καινούργιων ευχάριστων αναμνήσεων. Η Μερσίνα παρατηρούσε τα βλέμματα των παιδιών της που συχνά έπεφταν στα πακέτα που βρισκόταν κάτω από το δέντρο. Χαμογέλασε και τους ρώτησε «Χορτάσατε; Θέλετε να ανοίξουμε τα δώρα;» Η Λίλα ενθουσιασμένη πετάχτηκε από την θέση της σαν ελατήριο κι έτρεξε προς το στολισμένο δέντρο. Ο Δημήτρης που βρισκόταν στο κατόπι της την έσπρωξε πειρακτικά για να περάσει δήθεν πρώτος όπως έκαναν όταν ήταν μικροί. Τα συναισθήματα που ακολούθησαν τις επόμενες στιγμές ύστερα από το άνοιγμα των δώρων εναλλάσσονταν από την έκπληξη στην ευγνωμοσύνη. Η Λίλα κι ο Δημήτρης μέσα από την χειρονομία της μητέρας τους κατάλαβαν την αγάπη, την στοργή και την προσπάθεια που είχε καταβάλει αυτή ώστε τα δώρα τους να είναι ανεκτίμητα και να σημάνουν μια νέα αρχή για την οικογένεια τους.

   Το ρολόι σήμανε δώδεκα και μισή. Η Λίλα είχε χτυπήσει το κουδούνι αρκετές φορές και κατέληξε να ανοίξει το σπίτι της μητέρας της με τα κλειδιά της. Πέρασε στο κρύο σαλόνι. Το τζάκι είχε σβήσει αφήνοντας μόνο στάχτες. Η μητέρα της, βρισκόταν στην πολυθρόνα της με τα μάτια κλειστά. Την πλησίασε ενώ οι χτύποι της καρδιάς της επιταχύνθηκαν επικίνδυνα. Την χάιδεψε στο μέτωπο κι ένιωσε το δέρμα της μητέρας της κρύο κάτω από τα δάχτυλά της. «Είσαι καλά μανούλα;» κατάφερε να πει από το σοκ την ώρα που συνειδητοποιούσε ότι η μητέρα της είχε φύγει. Τα λαμπάκια στο δέντρο αναβόσβηναν επιμένοντας στην υλική τους αδιαφορία. Γύρισε το βλέμμα της στον αδερφό της που την είχε ακολουθήσει στο σαλόνι ψελλίζοντας με πόνο το όνομά του. «Δημήτρη;» Αυτός, παγωμένος την πλησίασε, την αγκάλιασε από τους ώμους κι ένα δάκρυ κύλησε στο μάγουλό του. Η Λίλα άπλωσε το χέρι της και σκούπισε το δάκρυ του αδερφού της προσπαθώντας να τον παρηγορήσει. Ο Δημήτρης με τρεμουλιαστή φωνή είπε «Αδερφούλα βλέπεις ότι χαμογελάει ή εμένα μου φαίνεται έτσι;» Η αδερφή του αποκρίθηκε κλαίγοντας «Κοίτα, τα είχε όλα έτοιμα. Δες το τραπέζι, τα φαγητά στον φούρνο και τα δώρα μας κάτω από το δέντρο. Μας αγαπούσε η μαμά.»

   «Ξέρεις τι λένε αδερφούλα; Ότι όποιος φεύγει τέτοια μέρα ήταν καλός άνθρωπος.»

 

 

ΤΕΛΟΣ







Η ΠΑΓΊΔΑ