-Τι κάνεις εκεί, μαρή;
-Λύνω σταυρόλεξο.
-Από πότε;
-Είπε το chat gpt ότι ακονίζει τον εγκέφαλο.
-Τον ποιον; Έχεις μήπως;
-Άει μαρή…
-Άντε, βάλε έναν καφέ γιατί έχω πολλή δουλειά μετά…
-Καλά αλλά πρώτα για δες εδώ, πρωτεύουσα του νομού Πέλλας λέει και δεν μου ταιριάζει.
-Τι δεν σου ταιριάζει;
-Ε, να, βάζω Γιαννιτσά και δεν ταιριάζει.
-Πώς να ταιριάξει μαρή; Η Έδεσσα είναι πρωτεύουσα του νομού Πέλλας.
-Μαρ’ τι μας λες; Δεν ξέρω εγώ; Το νοσοκομείο στα Γιαννιτσά είναι μεγαλύτερο από της Έδεσσας. Δεν θυμάσαι όταν πήγαμε να δούμε την κουνιάδα της Τασούλας;
-Κι επειδή έχει μεγαλύτερο νοσοκομείο πάει να πει ότι είναι και πρωτεύουσα;
-Ε, ναι, τι; Δεν είναι;
-Άει χάσου και τράβα κάνε τον καφέ.
Η Κούλα σηκώθηκε κατσουφιασμένη για τον καφέ.
-Τι δουλειές έχεις μετά και βιάζεσαι τόσο;
-Τώρα μόλις έφυγε ένα ζευγάρι και περιμένω μια οικογένεια τεσσάρων για το μεσημέρι και πρέπει να ετοιμάσω τα δωμάτια.
-Αχ, βρε Ντόνα, πολύ κουράζεσαι μ’ αυτά τα ξενικά.
-Ποια ξενικά, μαρή;
-Ξενώνα δεν έχεις; Τα ξενικά δεν είναι οι δουλειές του ξενώνα;
-Ναι, καλά… Δίκιο είχε η μάνα σου που πλήρωσε τον δάσκαλο για να πάρεις απολυτήριο δημοτικού.
-Όχι, σαν κι εσένα… Ας μην ήταν γκομενιάρης ο μαθηματικός και θα ‘βλεπες απολυτήριο γυμνασίου.
-Καλά δώσε τον καφέ τώρα κι άσ’ τα αυτά. Περσινά ξινά σταφύλια.
-Όχι ξινά, ξύδια φιλενάδα.
-Μαρή Κούλα, ξέρεις τι σκεφτόμουνα;
-Σκεφτόσουνα; Πότε πρόλαβες; Στο χρωστούσα…
-Σκάσε κι άκου. Τι θά ‘λεγες να πηγαίναμε Θεσσαλονίκη για ψώνια;
-Τι ψώνια;
-Να, ρούχα, παπούτσια, τέτοια. Να χαζέψουμε τις βιτρίνες, να πάμε για καφέ, για φαγητό, να φύγουμε το πρωί και να γυρίσουμε το βράδυ.
-Άει μαρή, χαζάθηκες ντιπ; Πού θ’ αφήσεις εσύ τα δωμάτια κι εγώ τα σκασμένα;
-Θα το κανονίσουμε μια μέρα που να είμαι ελεύθερη εγώ κι εσύ άσε τα παιδιά στην κυρά Βάγια.
-Αν της το πω εγώ δεν θα τα κρατήσει. Αν της το ζητήσεις εσύ όμως, για γιατρό να πεις, θα τα κρατήσει.
-Ωραία, το κανονίσαμε.
-Για πότε λες;
-Ε, από βδομάδα. Θα δω ποια μέρα βολεύει και θα σου πω.
-Καλά, τι να βάλω για να πάμε;
-Πού να ξέρω; Βάλε ότι θες, κάτι άνετο.
-Το νυχτικό μου;
-Ε, άντε από ‘κει, είσαι όμως ώρες ώρες…
-Εσύ είσαι…
-Τι είμαι;
-Αυτό που λες…
-Ό,τι πεις, γι’ αυτό σ’ έχω φιλενάδα.
-Και δεν μου λες Ντόνα, τι θα πάρουμε; Τι έχεις βάλει στο μάτι;
-Θα σου πω αλλά κουβέντα πουθενά, μην το μάθουν κι οι άλλες και γεμίσει όλο το χωριό…
-Φερμουάρ ζάμα, έκανε η Κούλα ράβοντας με μια χειρονομία το στόμα της.
-Λοιπόν, εγώ θέλω να πάρω μία τσιντσιλά.
-Τι είναι αυτό;
-Γούνα είναι μαρή, γούνα αληθινή. Τώρα με τα οικολογικά και τα βιολογικά οι τιμές έχουν πέσει στα τάρταρα.
-Α, πα πα πα! Γούνα αληθινή λέει… Και δεν φοβάσαι μη σου ρίξουν κανέναν κουβά με μπογιά επάνω στη γούνα;
-Άντε καλέ, πού να γίνει αυτό; Στον γάμο του Σαμάκουλα;
-Α, για ‘κει την θες τη γούνα…
-Αμ για πού; Για την Κυριακή στην εκκλησία;
-Πότε θα το χωνέψεις μαρή; Την Ροδιά παντρεύτηκε κι έχουν περάσει τόσα χρόνια. Ακόμα σε καίει;
-Ε, δεν με καίει κιόλας αλλά έχω κι εγώ τον εγωισμό μου. Να δει τι έχασε… Την είδες την Ροδιά τελευταία; Είδες πώς πάχυνε; Σαν σκρόφα έγινε…
-Ναι αλλά μήπως η γούνα θα σε παχαίνει κι εσένα;
-Τι λες μαρή; Κοίτα εδώ κορμάρα… Πόσο να με παχαίνει;
-Δεν ξέρω θα δούμε όταν θα την δοκιμάσεις. Να ξέρεις, αν σε παχαίνει θα στο πω…
-Γι’ αυτό σε θέλω μαζί μου.
-Και να ξέρεις, εγώ πολλά λεφτά δεν έχω, άντε να πάρω κανένα φορεματάκι το πολύ.
-Ποιος μίλησε για λεφτά μαρή;
-Γιατί στη Θεσσαλονίκη τσάμπα τα δίνουν;
-Όϊ μαρή, δεν θα ψωνίσουμε με λεφτά, με την κάρτα θα τα πάρουμε…
-Άει μαρή, εκείνος ο μαθηματικός φταίει που σου έδωσε το απολυτήριο!
-Γιατί; Πού τον θυμήθηκες πάλι;
-Άντε τράβα να ετοιμάσεις τα δωμάτια και πάρε κι αυτό, είπε δίνοντάς της το σταυρόλεξο.
-Τι να το κάνω;
-Ν’ ακονίσεις το μυαλό σου, εσένα σου χρειάζεται περισσότερο.


.jpeg)
