Τρίτη 14 Ιουλίου 2026

DESPERATE HOUSIWIVES: COUNTRYSIDE EDITION 1

 -Τι κάνεις εκεί, μαρή;

-Λύνω σταυρόλεξο.

-Από πότε;

-Είπε το chat gpt ότι ακονίζει τον εγκέφαλο.

-Τον ποιον; Έχεις μήπως;

-Άει μαρή…

-Άντε, βάλε έναν καφέ γιατί έχω πολλή δουλειά μετά…

-Καλά αλλά πρώτα για δες εδώ, πρωτεύουσα του νομού Πέλλας λέει και δεν μου ταιριάζει.

-Τι δεν σου ταιριάζει;

-Ε, να, βάζω Γιαννιτσά και δεν ταιριάζει.

-Πώς να ταιριάξει μαρή; Η Έδεσσα είναι πρωτεύουσα του νομού Πέλλας.

-Μαρ’ τι μας λες; Δεν ξέρω εγώ; Το νοσοκομείο στα Γιαννιτσά είναι μεγαλύτερο από της Έδεσσας. Δεν θυμάσαι όταν πήγαμε να δούμε την κουνιάδα της Τασούλας;

-Κι επειδή έχει μεγαλύτερο νοσοκομείο πάει να πει ότι είναι και πρωτεύουσα;

-Ε, ναι, τι; Δεν είναι;

-Άει χάσου και τράβα κάνε τον καφέ.

Η Κούλα σηκώθηκε κατσουφιασμένη για τον καφέ.

-Τι δουλειές έχεις μετά και βιάζεσαι τόσο;

-Τώρα μόλις έφυγε ένα ζευγάρι και περιμένω μια οικογένεια τεσσάρων για το μεσημέρι και πρέπει να ετοιμάσω τα δωμάτια.

-Αχ, βρε Ντόνα, πολύ κουράζεσαι μ’ αυτά τα ξενικά.

-Ποια ξενικά, μαρή;

-Ξενώνα δεν έχεις; Τα ξενικά δεν είναι οι δουλειές του ξενώνα;

-Ναι, καλά… Δίκιο είχε η μάνα σου που πλήρωσε τον δάσκαλο για να πάρεις απολυτήριο δημοτικού.

-Όχι, σαν κι εσένα… Ας μην ήταν γκομενιάρης ο μαθηματικός και θα ‘βλεπες απολυτήριο γυμνασίου.

-Καλά δώσε τον καφέ τώρα κι άσ’ τα αυτά. Περσινά ξινά σταφύλια.

-Όχι ξινά, ξύδια φιλενάδα.

-Μαρή Κούλα, ξέρεις τι σκεφτόμουνα;

-Σκεφτόσουνα; Πότε πρόλαβες; Στο χρωστούσα…

-Σκάσε κι άκου. Τι θά ‘λεγες να πηγαίναμε Θεσσαλονίκη για ψώνια;

-Τι ψώνια;

-Να, ρούχα, παπούτσια, τέτοια. Να χαζέψουμε τις βιτρίνες, να πάμε για καφέ, για φαγητό, να φύγουμε το πρωί και να γυρίσουμε το βράδυ.

-Άει μαρή, χαζάθηκες ντιπ; Πού θ’ αφήσεις εσύ τα δωμάτια κι εγώ τα σκασμένα;

-Θα το κανονίσουμε μια μέρα που να είμαι ελεύθερη εγώ κι εσύ άσε τα παιδιά στην κυρά Βάγια.

-Αν της το πω εγώ δεν θα τα κρατήσει. Αν της το ζητήσεις εσύ όμως, για γιατρό να πεις, θα τα κρατήσει.

-Ωραία, το κανονίσαμε.

-Για πότε λες;

-Ε, από βδομάδα. Θα δω ποια μέρα βολεύει και θα σου πω.

-Καλά, τι να βάλω για να πάμε;

-Πού να ξέρω; Βάλε ότι θες, κάτι άνετο.

-Το νυχτικό μου;

-Ε, άντε από ‘κει, είσαι όμως ώρες ώρες…

-Εσύ είσαι…

-Τι είμαι;

-Αυτό που λες…

-Ό,τι πεις, γι’ αυτό σ’ έχω φιλενάδα.

-Και δεν μου λες Ντόνα, τι θα πάρουμε; Τι έχεις βάλει στο μάτι;

-Θα σου πω αλλά κουβέντα πουθενά, μην το μάθουν κι οι άλλες και γεμίσει όλο το χωριό…

-Φερμουάρ ζάμα, έκανε η Κούλα ράβοντας με μια χειρονομία το στόμα της.

-Λοιπόν, εγώ θέλω να πάρω μία τσιντσιλά.

-Τι είναι αυτό;

-Γούνα είναι μαρή, γούνα αληθινή. Τώρα με τα οικολογικά και τα βιολογικά οι τιμές έχουν πέσει στα τάρταρα.

-Α, πα πα πα! Γούνα αληθινή λέει… Και δεν φοβάσαι μη σου ρίξουν κανέναν κουβά με μπογιά επάνω στη γούνα;

-Άντε καλέ, πού να γίνει αυτό; Στον γάμο του Σαμάκουλα;

-Α, για ‘κει την θες τη γούνα…

-Αμ για πού; Για την Κυριακή στην εκκλησία;

-Πότε θα το χωνέψεις μαρή; Την Ροδιά παντρεύτηκε κι έχουν περάσει τόσα χρόνια. Ακόμα σε καίει;

-Ε, δεν με καίει κιόλας αλλά έχω κι εγώ τον εγωισμό μου. Να δει τι έχασε… Την είδες την Ροδιά τελευταία; Είδες πώς πάχυνε; Σαν σκρόφα έγινε…

-Ναι αλλά μήπως η γούνα θα σε παχαίνει κι εσένα;

-Τι λες μαρή; Κοίτα εδώ κορμάρα… Πόσο να με παχαίνει;

-Δεν ξέρω θα δούμε όταν θα την δοκιμάσεις. Να ξέρεις, αν σε παχαίνει θα στο πω…

-Γι’ αυτό σε θέλω μαζί μου.

-Και να ξέρεις, εγώ πολλά λεφτά δεν έχω, άντε να πάρω κανένα φορεματάκι το πολύ.

-Ποιος μίλησε για λεφτά μαρή;

-Γιατί στη Θεσσαλονίκη τσάμπα τα δίνουν;

-Όϊ μαρή, δεν θα ψωνίσουμε με λεφτά, με την κάρτα θα τα πάρουμε…

-Άει μαρή, εκείνος ο μαθηματικός φταίει που σου έδωσε το απολυτήριο!

-Γιατί; Πού τον θυμήθηκες πάλι;

-Άντε τράβα να ετοιμάσεις τα δωμάτια και πάρε κι αυτό, είπε δίνοντάς της το σταυρόλεξο.

-Τι να το κάνω;

-Ν’ ακονίσεις το μυαλό σου, εσένα σου χρειάζεται περισσότερο.