Τρίτη 18 Αυγούστου 2026

DESPERATE HOUSIWIVES: COUNTRYSIDE EDITION 3

   Ήταν παντρεμένοι μια ζωή, πάνω από σαράντα χρόνια και το πράγμα έδειχνε πως θα έμεναν μαζί ως ότου να τους χωρίσει ο θάνατος. Όλοι στο χωριό είχαν να το λένε, πόσο καλό ζευγάρι ήταν, αγαπημένοι και μονιασμένοι. Πολλοί μάλιστα, όπως συνηθίζεται άλλωστε, τους ζήλευαν για την αγάπη και το υποδειγματικό σπιτικό τους. Αυτή, η γυναίκα, η Λίτσα, είχε πάρει τον ομορφότερο του χωριού κι αυτός, ο Χρήστος, είχε πάρει ένα νοικοκυροκόριτσο με μεγάλη προίκα, με διπλή προίκα καλύτερα. Δηλαδή, όταν τελείωσε το δημοτικό την έδωσαν ψυχοκόρη στον άτεκνο θείο κι έτσι η Λίτσα πήρε προίκα από δυο μεριές.

  Κάποια στιγμή, πρέπει να ήταν αφού είχαν κλείσει τριάντα χρόνια γάμου, κάλεσε τον Χρήστο ο παπάς και του πρότεινε να γίνει ο νέος νεωκόρος στη θέση του προσφάτως εκλιπόντος κυρ Μήτσου. Ο Χρήστος δέχτηκε αφού πρώτα το συζήτησε με την Λίτσα.

  Τα πρώτα χρόνια της θητείας του Χρήστου όλα έδειχναν καλά και άγια κι όλοι ήταν ικανοποιημένοι από τις υπηρεσίες του. Τώρα, για τις λειτουργιές που δεν μοίραζε και τις κρατούσε για το σπίτι και την οικογένειά του, κανείς δεν έλεγε τίποτα επειδή ήταν κάτι πολύ μικρό, ούτε καν πταίσμα και δεν ενοχλούσε κανέναν. Ούτε και για τα περισσευούμενα κρασάκια έλεγαν τίποτα. Ποιος πίνει άλλωστε τόσο γλυκό κρασί; Όσο για το ελαιόλαδο, δεν ήξεραν οπότε δεν ενοχλούνταν, γιατί αυτό μάλλον θα ανησυχούσε κάποιους.

  Τα δύσκολα για τον Χρήστο ξεκίνησαν με την καραντίνα. Τότε ο παπάς οργάνωσε βοήθεια για τις οικογένειες που δυσκολευόταν να βιοποριστούν. Κρέατα, ζυμαρικά, ρύζια, γάλατα, λάδια, αλεύρι και άλλα βασικά είδη σίτισης. Από τις είκοσι οικογένειες που έπρεπε να τα μοιράσει ο Χρήστος, πήγαινε στις δέκα και τα υπόλοιπα τα κρατούσε για τον εαυτό του.

  Όταν έκανε την δεύτερη εκστρατεία διανομής βοήθειας, αγόρασε και δεύτερο καταψύκτη μπαούλο για να χωρέσει τις προμήθειες. Στο τέλος της καραντίνας βρέθηκαν με πέντε καταψύκτες τιγκαρισμένους με όλων των ειδών τα κρεατικά. Αρκετοί χωριανοί ήταν αυτόπτες μάρτυρες των φορτοεκφορτώσεων αλλά δεν είπαν τίποτα γιατί πρώτον ήταν πολύ καλός στη δουλειά του και δεύτερον ήταν το δεξί χέρι του παπά. Ποιον θα πίστευε ο πάτερ; Τον ρουφιάνο, τον προδότη ή τον έμπιστό του; Άσε που μπορεί να έβαζε με το μυαλό του ότι ο μαρτυριάρης το έκανε για να του πάει τη θέση. Γι’ αυτό δεν μίλησε κανείς.

 Μια Κυριακή, μετά την λειτουργία, ο παπάς κάλεσε τους επιτρόπους της εκκλησίας και την επιτροπή εράνου των κυριών για να τους μιλήσει. Τα οικονομικά της εκκλησίας, τους είπε, πάνε καλά. Ο προαύλιος χώρος της εκκλησίας είναι μεγάλος. Γι’ αυτό σκέφτηκα να χτίσουμε μια αίθουσα δεξιώσεων ώστε να μην καταφεύγει ο κόσμος στις ταβέρνες και στις καφετερίες για τα γλέντια και τα μνημόσυνα. Όλοι ενθουσιάστηκαν με την ιδέα. Όλοι, εκτός από την Λίτσα που κράτησε τα νεύρα της ώσπου να φτάσουν στο σπίτι.

-Καλά, τόσο βλάκας είσαι; Δεν σκέφτεσαι τι θα γίνει; Φώναξε στον Χρήστο μόλις έκλεισαν πίσω τους την πόρτα.

-Όχι, βρε Λίτσα, τι λες; Ρώτησε να μάθει ο Χρήστος.

-Βρε, κουτορνίθι, δεν αναρωτιέσαι, αν γίνει αυτή η αίθουσα δεξιώσεων στην εκκλησία πόσα λεφτά θα χάσει ο αδερφός μου; Κανένα μνημόσυνο δεν θα γίνεται στο καφενείο μας.

-Α, ναι, σωστά, δεν το σκέφτηκα αυτό…

-Ε, βέβαια, πώς να το σκεφτείς; Μήπως έχεις μυαλό; Αν δεν είχες κι εμένα… Αλλά, δεν είναι δική σου οικογένεια, δική μου είναι, γι’ αυτό δεν υπολογίζεις τ’ αδέρφια μου…

Κι έλεγε, έλεγε, και σταματημό δεν είχε. Ο Χρήστος, ήσυχος από τη φύση του, την άκουγε με σκυφτό το κεφάλι προσπαθώντας να βρει τρόπο να τα μπαλώσει.

-Πρέπει να βρούμε κάποιο τρόπο να μην γίνει αυτή η αίθουσα, είπε τελικά.

-Σώωωωπα! Μη μου το λες! Το βρήκα ήδη.

-Μπράβο ρε Λίτσα, τι σκέφτηκες;

-Θα διώξουμε τον παπά!

-Πώς θα τον διώξουμε; Αφού δεν έκανε τίποτα κακό ο καημένος.

-Τον λες και καημένο, αυτόν τον αρπάχτρα που θέλει να κλείσει τις δουλειές μας!

-Καλά, δεν είναι καημένος. Τι σκέφτηκες;

-Είναι πολύ απλό… Πρώτα θα διαδώσουμε πως υπάρχει μια ομάδα που δεν τον θέλουν και θέλουν να τον αλλάξουν επειδή είναι πολύ αυστηρός. Επειδήηηη, σταμάτησε σκεπτόμενη καμιά δικαιολογία ακόμα, επειδή πάντα έρχεται αργοπορημένος στα μνήματα και πολλές φορές μας αφήνει τον περιμένουμε με τις ώρες. Ναι, αυτό είναι και αλήθεια, δεν είναι ψέμα. Πολλοί θα το υποστηρίξουν αυτό. Μετά, αφού διαδοθεί και το μάθουν όλοι, θα πάω στον θείο μου τον Δεσπότη και θα του ζητήσω να τον αλλάξει. Θα του πω μάλιστα, ότι παραμελεί τα καθήκοντά του επειδή πάει και σε άλλα χωριά, άσε ξέρω εγώ πώς θα τα φουσκώσω…

-Ναι, Λίτσα μου, εσύ ξέρεις πολλά. ΄Ετσι να κάνεις. Πρόσεχε όμως μη μας πάρουν χαμπάρι και χάσω την θέση μου.

-Τι λες καλέ; Άκου θα μας πάρουν χαμπάρι… Με μένα μιλάς!

  Πράγματι, πόσο μουλωχτή και πονηρή ήταν το ήξεραν όλοι από το δημοτικό ακόμα που κάρφωνε όλους τους συμμαθητές της στον δάσκαλο.

  Η εκστρατεία αλλαγής του παπά δεν βρήκε πολλούς ένθερμους υποστηρικτές παρά δυο τρεις χήρες οι οποίες δεν ήξεραν πώς να εκφράσουν τις πικρίες της ζωής τους.

  Ούτε ο θείος ο Δεσπότης ανταποκρίθηκε στις προσδοκίες τους επειδή όπως τους είπε, η αυστηρότητα και η αργοπορία του παπά τους είναι δικαιολογημένες καθώς ως αρχιμανδρίτης που είναι, έχει διοικητική θέση και υποχρέωση να εποπτεύει και να λειτουργεί ακόμα άλλους ναούς ανάλογα με τις ανάγκες της περιοχής.

  Το σχέδιο της Λίτσας απέβη άκαρπο και όχι μόνο. Ο Δεσπότης γνωρίζοντας την μουλωχτή ανιψιά του από την μια και την ακεραιότητα του παπά απ’ την άλλη, τον πληροφόρησε για τις ύπουλες ενέργειές της. Ο παπάς ενήργησε άμεσα. Τοποθέτησε την Λίτσα στην επιτροπή της εκκλησίας τηρώντας το ρητό «έχε τον φίλο κοντά και τον εχθρό κοντύτερα» αλλά πάγωσε την ιδέα της αίθουσας δεξιώσεων.

  Είχε ξεκινήσει ένας πόλεμος μα, ο παπάς ήταν ο μόνος που προσευχόταν να μην υπάρξουν απώλειες. Η Λίτσα απ’ την άλλη, ήταν να σκάσει. Όσο όμως ο παπάς δεν έκανε πλέον λόγο για την αίθουσα, καθόταν ήσυχη και περίμενε. Δυο χρόνια αργότερα, η κόρη τους ετοιμαζόταν να γεννήσει το πρώτο της παιδί. Η Λίτσα και ο Χρήστος είχαν ήδη δύο εγγονάκια από τον γιο τους. Επειδή ήταν μια αναπάντεχη εγκυμοσύνη, έκαναν στα πρόχειρα έναν πολιτικό γάμο και περίμεναν να γεννήσει για να κάνουν γαμοβάφτιση όπως ήταν πολύ της μόδας τελευταία. Η Λίτσα είχε φαγωθεί κι έτρωγε και την κόρη της να πάει να κοινωνήσει.

-Μα, πώς καλέ μαμά; Αφού έχω κάνει πολιτικό γάμο, δεν θα με κοινωνήσει.

-Μπα, τι μας λες; Για τόσο χαζή με περνάς; Ο παπάς δεν το ξέρει… φρόντισα εγώ γι’αυτό. Νομίζει ότι παντρεύτηκες στο χωριό του άντρα σου. Εκεί βλέπεις, δεν έχει διασυνδέσεις.

-Δεν ξέρω, εγώ ντρέπομαι να πάω.

-Ντρέπεσαι και χαζομάρες. Ο μπαμπάς σου θα σε πάει και η αμαρτία πάνω του.

Με τα πολλά, η κόρη της πείστηκε να πάει την Κυριακή να κοινωνήσει.

  Ο παπάς, πράγματι, δεν είχε ιδέα ότι ήταν παντρεμένη με πολιτικό γάμο και της έδωσε την Θεία Κοινωνία όταν στάθηκε μπροστά του με τον πατέρα της δίπλα που την κρατούσε στοργικά από το μπράτσο. Φίλησε ευλαβικά το χέρι του παπά, περίμενε τον μπαμπά της να κοινωνήσει και αποχώρησαν μαζί αργότερα ευτυχισμένοι για τα ευχάριστα νέα που πήγαιναν στην μητέρα και σύζυγο.

  Την λειτουργία εκείνης της Κυριακής είχε παρακολουθήσει το μισό χωριό και πολλοί ήταν οι καλοθελητάδες που με ιδιαίτερη ευχαρίστηση θα σφύριζαν στον παπά την λαμογιά του Χρήστου. Κανένας όμως δεν τολμούσε να το κάνει ευθέως αφού ο Χρήστος ήταν ο νεωκόρος της εκκλησίας και η Λίτσα στην επιτροπή. Το σχέδιο οργανώθηκε πλαγίως. Όπου πήγαινε ο παπάς, τον ακολουθούσε κάποιος εντεταλμένος της δημοσιοποίησης του ατοπήματος. ΄Ετσι, όταν δόθηκε η ευκαιρία, πάνω στη συζήτηση ακούστηκε και το περίφημο «ναι, και η κόρη του Χρήστου παντρεμένη με πολιτικό γάμο είναι». Ειπώθηκε με τέτοιο τρόπο ώστε να είναι σίγουρο πως το άκουσε κι ο παπάς.

  Την επόμενη μέρα το πρωί, μετά τον όρθρο, ο παπάς ζήτησε από τον Χρήστο να παραμείνει για κάτι που τον ήθελε.

-Χρήστο, γιατί το έκανες αυτό;

-Τι, πάτερ;

-Ρωτάς τι; Αφού η κόρη σου δεν έχει θρησκευτικό γάμο γιατί την έφερες να την κοινωνήσω;

Γιατί με έβαλες να πάρω τέτοια αμαρτία;

-Να, πάτερ, επειδή είναι ετοιμόγεννη, νόμιζα ότι δεν πειράζει…

-Τι λες βρε Χρήστο, τόσα χρόνια δίπλα μου και δεν ήξερες; Εσύ; Το δεξί μου χέρι;

-Εντάξει, βρε παπά, ότι έγινε, έγινε…

-Λυπάμαι πολύ Χρήστο αλλά εγώ μόλις το έμαθα ήμουν αναγκασμένους να ακολουθήσω τους κανονισμούς της εκκλησίας. Το ανέφερα στην Μητρόπολη και είμαι αναγκασμένος να σε πάψω από τα καθήκοντά σου.

-Παπά, είσαι σοβαρός; Να με πάψεις; Εμένα; Τι να σου πω τώρα; Να, πάρε τα κλειδιά κι άντε γεια σου!

-Χρήστο; Αντί να ζητήσεις συγγνώμη, θυμώνεις κι από πάνω;

-Σαν τι θες να κάνω; Εξαιτίας σου χάνω την δουλειά μου.

-Καλά, Χρήστο, πήγαινε και όταν ηρεμήσεις θα ξαναμιλήσουμε.

  Πολύ σύντομα έγινε σούσουρο στο χωριό. Ένα μικρό χάος δημιουργήθηκε. ΄Αλλοι ζητούσαν εξηγήσεις, άλλοι τον κατηγορούσαν για διακρίσεις κι ο καημένος ο παπάς κουράστηκε να εξηγεί τα γεγονότα. Ένα μήνα μετά την παύση των καθηκόντων του Χρήστου, ο παπάς του έστειλε μήνυμα να πάει στο γραφείο του μαζί με την γυναίκα του.

-Το ξέρετε καλά ότι αυτό που κάνατε είναι μεγάλο παράπτωμα. Εκτός αυτού, φέρατε κι εμένα σε πολύ δύσκολη θέση. Παρ’ όλ’ αυτά, εισηγήθηκα στην Αρχιεπισκοπή να σε κρατήσουμε στην εκκλησία και δέχτηκαν με δύο όρους.

-Δέχομαι πάτερ, βιάστηκε να απαντήσει ο Χρήστος και δέχτηκε μια γερή αγκωνιά από την Λίτσα που δεν ξέφυγε από τον παπά.

-Έχει δίκιο η γυναίκα σου Χρήστο, κάτσε πρώτα να τους ακούσεις…

-Ακούω πάτερ…

-Πρώτον, απαλλάσσεσαι από τα καθήκοντα διανομής βοήθειας… , έκανε μια μικρή παύση ο παπάς παρατηρώντας εξεταστικά τις εκφράσεις του ζευγαριού. Δεύτερον, εσύ Λίτσα απαλλάσσεσαι από τα καθήκοντα της επιτρόπου κι εσύ Χρήστο δεν θα την αφήσεις να ανακατευτεί ξανά στις υποθέσεις της εκκλησίας. Γίνε άντρας επιτέλους και μάθε να μην υπακούς σε κάθε πονηρή ιδέα της. Ναι, Λίτσα, οι πονηριές σου με την εκκλησία σταματούν εδώ. Μίλησα και με τον αδερφό σου ο οποίος είναι σύμφωνος με την ανέγερση της αίθουσας εκδηλώσεων, έγινε μάλιστα και χορηγός.

-Δηλαδή πάτερ, γυρνάω στα καθήκοντά μου;

-Μόνο αν συμφωνείς και βοηθήσεις να συμμορφωθεί η γυναίκα σου.

-Λίτσα, εσύ τι λες; Ρώτησε την γυναίκα του ο Χρήστος με όλη του την αφέλεια.

-Ε, είσαι τελείως ηλίθιος, ξέσπασε ασυγκράτητη η Λίτσα. Κι εσύ πάτερ, πώς τόλμησες να κάνεις όλα αυτά πίσω από την πλάτη μου; Αλλά σίγουρα είχες και βοήθεια. Ξέρεις πόσο μας ζηλεύουν όλοι στο χωριό;

-Λίτσα, σταμάτα. Ξέρω πολύ καλά ότι δεν πρόκειται να αλλάξεις. Έχω την λύση γι’ αυτό το πρόβλημα. Θα έρχεσαι για εξομολόγηση κάθε εβδομάδα και θα μου τα λες όλα. Αυτά που θα μου λες θα τα αντιπαραβάλλω με αυτά που θα μου λέει ο Χρήστος. Μία φορά να μην συμφωνήσουν οι εξομολογήσεις σας, ο Χρήστος θα χάσει την δουλειά του.

-Για πάντα; Ρώτησε η Λίτσα με γουρλωμένα μάτια.

-Όχι για πάντα, μέχρι να στρώσεις… Πήγαινε τώρα που πρέπει να μιλήσω ιδιαιτέρως με τον Χρήστο.

  Η Λίτσα έφυγε με βαριά καρδιά. Αφού έκλεισε η πόρτα σηκώθηκε ο Χρήστος, πήδηξε καλύτερα και φίλησε τον παπά στο μάγουλο.

-Σ’ ευχαριστώ πολύ πάτερ, μ’ έσωσες!

Ο παπάς γέλασε χαρούμενος που έκανε τουλάχιστον έναν άνθρωπο ευτυχισμένο έστω για μια στιγμή στη ζωή του.

-Έλα, Χρήστο, στη δουλειά μας τώρα. Τι έχουμε για αύριο;



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου